Σε σημαντική αύξηση των αιτήσεων συνταξιοδότησης και της παράλληλης απασχόλησης έχει οδηγήσει η αξιοποίηση των πλασματικών ετών ασφάλισης και η κατάργηση του παλαιού «πέναλτι» του 30% επί της σύνταξης. Σήμερα, περισσότεροι από 300.000 συνταξιούχοι συνεχίζουν να εργάζονται ενεργά –κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες όπως γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι, αλλά και εξειδικευμένοι τεχνίτες– επιλέγοντας την πρόωρη συνταξιοδότηση καθώς πλέον αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη και αυξάνουν τις μηνιαίες αποδοχές τους.
Καθοριστικό ρόλο στα κίνητρα πρόωρης εξόδου πατούν τα φορολογικά προνόμια και η κάλυψη των τεκμηρίων διαβίωσης από τις συντάξεις του ΕΦΚΑ. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που συνταξιοδοτούνται και συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους αποφεύγουν τη φορολόγηση επί πλασματικών κερδών 14.000-15.000 ευρώ, πετυχαίνοντας φοροαπαλλαγές που φτάνουν έως και τα 3.000 ευρώ ετησίως σε σύγκριση με τους νέους, μη συνταξιούχους επαγγελματίες, μια κατάσταση που συχνά χαρακτηρίζεται ως φορολογικό ντάμπινγκ.
Ιδιαίτερα ευνοϊκές είναι οι διατάξεις για τους συνταξιούχους αναπηρίας ή όσους διαθέτουν ποσοστό αναπηρίας άνω του 50% μέσω ΚΕΠΑ, καθώς εξαιρούνται πλήρως από την παρακράτηση του 10% στις μισθωτές υπηρεσίες και από την επιπλέον χρέωση ασφαλίστρων 90 ευρώ τον μήνα για την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος. Αντίθετα, η τελική προσαύξηση της ίδιας της σύνταξης μετά τη διακοπή της εργασίας είναι σχετικά μικρή, υπολογιζόμενη σε περίπου 7,5 ευρώ ανά έτος για κάθε 1.000 ευρώ μισθού.
Ως προς τους κινδύνους και τις εξαιρέσεις, επισημαίνεται ότι όσοι επιλέξουν την έξοδο με μειωμένη σύνταξη (π.χ. στο 62ο έτος με λιγότερα από 40 χρόνια ασφάλισης) δεν μπορούν να μετατρέψουν τη σύνταξή τους σε πλήρη συνεχίζοντας απλώς να εργάζονται. Παρά το γεγονός ότι η πρακτική αυτή επιβαρύνει δημοσιονομικά τον ΕΦΚΑ και τις μελλοντικές γενιές, το διπλό εισόδημα και οι φοροαπαλλαγές καθιστούν την πρόωρη συνταξιοδότηση με παράλληλη απασχόληση εξαιρετικά ελκυστική.