Με το Δεσποινάκι συναντήθηκαν για πρώτη φορά ένα ζεστό πρωινό του Ιουλίου, στον όρμο Αμμούδι ενός όμορφου κυκλαδίτικου νησιού. Στη θάλασσα επικρατούσε νηνεμία. Καθώς οι λουόμενοι ήταν ελάχιστοι, με ευκολία την διέκριναν να περπατάει κατά μήκος της παραλίας. Φορούσε ολόσωμο μαγιό με παιδικά σχέδια και ψάθινο καπέλο με γαλάζια κορδέλα που έπεφτε μέχρι την πλάτη της. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε μικρό καλάθι. Ένα παιχνιδιάρικο σκυλάκι την ακολουθούσε. Κατά μήκος της παραλίας πότε πότε σταματούσε και έσκυβε ψάχνοντας στην άμμο. Όταν πλησίασε προς το μέρος τους περισσότερο κατάλαβαν ότι έψαχνε για κοχύλια. Ένα μεγάλο κοχύλι είχε διαφύγει της προσοχής της προστατευμένο από τα φύκια. Όταν έφτασε κοντά τους σκέφτηκαν να το δωρίσουν στη μικρή που της άρεσαν τα κοχύλια. Έμαθαν το όνομά της και τους ευχαρίστησε χαμογελώντας. Η χαρά ήταν και δική τους για τη γνωριμία με την εννιάχρονη μαθήτρια που έδειχνε ξένοιαστη την περίοδο των διακοπών.
Το ίδιο βράδυ θέλοντας να γνωρίσουν και τη Χώρα ανηφόρισαν προς το Κάστρο. Μόλις είχε νυχτώσει. Γοητευμένοι στάθηκαν στο λιθόστρωτο σοκάκι με τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα που ευωδίαζαν. Εικόνες και αρώματα, εφόδια για τον χειμώνα. Δεξιά και αριστερά μικρά φωτισμένα μαγαζιά με ρούχα που ήταν κρεμασμένα και ανέμιζαν στις πόρτες και τα ανοιχτά παράθυρα.
Σε μια στροφή κοντοστάθηκαν και κοίταζαν με έκπληξη ένα μικρό μαγαζάκι που είχε στηθεί πρόχειρα σε φαρδιά πεζούλα. Αιφνιδιάστηκαν με το απρόοπτο και την επιγραφή. «Μαγαζάκι με κοχύλια». Περιποιημένο και τακτοποιημένο τραβούσε την προσοχή των διερχόμενων τουριστών. Μικρά καλαθάκια γεμάτα από κοχύλια διαφόρων ειδών και μεγεθών καθώς και αστερίες ανάμεσα από θαλασσινές πέτρες, φυσικές αλλά και ζωγραφισμένες. Δίπλα τους ήταν απλωμένες ζωγραφιές, έργα της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Στο κέντρο μικρή θεατρική σκηνή με ροζ φωτισμό πρόβαλε χειροποίητα κοσμήματα για κορίτσια. Το ντεκόρ και το εμπόρευμα σε όλο του το μεγαλείο!
Στη μέση και ακουμπισμένη στον τοίχο, καθόταν οκλαδόν η Δέσποινα, η πρωινή δεσποινίδα της παραλίας. Το παιχνιδιάρικο σκυλάκι ήσυχο και σοβαρό λες και καταλάβαινε το διαφορετικό του χρόνου και του τόπου, της έκανε παρέα. Δυο δεσποινίδες φίλες της κουβέντιαζαν για το «επιχειρείν» που έμαθαν στο σχολείο στα εργαστήρια δεξιοτήτων, την ώρα της «ευέλικτης ζώνης».
Η παρέα στάθηκε και παρατηρούσε από απόσταση με ενδιαφέρον το σκηνικό. Νεαρή διερχόμενη κυρία με το κοριτσάκι της στάθηκε για να χαζέψει και να αγοράσει αναμνηστικά. Ένα κοχύλι, μια ζωγραφισμένη πέτρα, μια πιάστρα για τα μαλλιά. Η μικρή της ήθελε την ακριανή πεταλίδα. Η μαμά έπαιρνε τα κοχύλια στο χέρι της ένα ένα και ρωτούσε τη μικρή εμπόρισσα πόσο κοστίζουν. Εκείνη, σοβαρή λες και βρισκόταν στην τάξη την ώρα της ευέλικτης ζώνης, σκεφτόταν και απαντούσε επιχειρηματικά ανάλογα με το μέγεθος των κοχυλιών. Η διακύμανση της τιμής ξεκινούσε από 50 λεπτά μέχρι 5 ευρώ για το μεγάλο εντυπωσιακό και δυσεύρετο κοχύλι. Οπωσδήποτε γινόταν και το σχετικό παζάρι, αν και η δασκάλα δεν είχε μιλήσει γι` αυτό. Για τα παράξενα κοχύλια η τιμή δεν έπεφτε με τίποτα. Εξάλλου, τόσο κόπο είχε κάνει τα πρωινά στην παραλία για να τα βρει.
Η αξία τους διαμόρφωνε και την τιμή. Αξία, τιμή και κέρδος ήταν γνωστές έννοιες στο παιδί. Η κυρία με το παιδάκι φεύγοντας δεν παρέλειψε να προσθέσει στην κόρη της πόσο προκομένη ήταν η Δέσποινα ενώ η δική της ήταν καλομαθημένη και όλο ζητούσε. Φάνηκε ότι το μάθημα του «επιχειρείν» (νεανική επιχειρηματικότητα) άρεσε και σε ορισμένους γονείς.
Στο μισοσκόταδο, η πρωινή παρέα έβλεπε με προσοχή για αρκετή ώρα την εξέλιξη της αγοραπωλησίας και οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Το μαγαζάκι με τα κοχύλια μπορεί να μην ήταν στο κέντρο της Χώρας, ήταν όμως πέρασμα. Πολλοί στέκονταν να αγοράσουν από το κοριτσάκι με τα κοχύλια, κάτι που κόστιζε λίγα χρήματα αλλά έδινε πολλή χαρά. Από την άλλη, η Δέσποινα με την παιδικότητα αλλά και τη σοβαρότητα μιας ενήλικης εμπόρισσας έκανε χρυσές δουλειές.
Η εφαρμογή της νεανικής επιχειρηματικότητας από την τάξη στην πράξη.
Με το πέρασμα της ώρας η παρέα της παραλίας την πλησίασε και την καλησπέρισε. Εκείνη ανταπέδωσε τον χαιρετισμό ευγενικά και χαριτωμένα δίχως να δείξει ότι τους γνώρισε. Η κυρία της έδειξε το κοχύλι που της είχε δωρίσει το πρωί ρωτώντας την πόσο κοστίζει. Πέντε ευρώ, της απάντησε το Δεσποινάκι. Η κυρία έμεινε άναυδη και μονολογούσε για την «τιμή» και τις «αξίες» που είχε μάθει το παιδί από το σχολείο και την κοινωνία.
Το έργο του παιδικού καπιταλισμού σε καλοκαιρινό σκηνικό!