Στην καθημερινή επικοινωνία, όταν τα όρια της υπομονής εξαντλούνται, χρησιμοποιείται συχνά μια από τις πιο εκφραστικές λέξεις της ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο, στον προφορικό και γραπτό λόγο παρατηρείται συστηματικά μια γλωσσική σύγχυση σχετικά με τον σωστό τύπο της παρακείμενης μορφής του ρήματος.
Η ετυμολογική καταγωγή και η αλλαγή σημασίας
Το ρήμα «απαυδώ» συντίθεται από την πρόθεση «από» και το αρχαίο ρήμα «αυδώ» (μιλώ).
Αρχικά, η πρωταρχική σημασία του όρου ήταν «παύω να μιλώ» ή «μένω άφωνος». Με την πάροδο του χρόνου και τη γλωσσική εξέλιξη, η σημασία του μετατοπίστηκε δηλώνοντας πλέον την ψυχική ή σωματική εξάντληση, την κόπωση από μια δυσάρεστη κατάσταση και την αδυναμία να συνεχίσει κανείς.
Η παρανόηση γύρω από την ορθογραφία του ρήματος οφείλεται στη μεγάλη συχνότητα χρήσης του στον αόριστο (απηύδησα). Λόγω της παρουσίας του φωνήεντος «η» στη ρηματική αύξηση του αορίστου, επικράτησε εσφαλμένα η εντύπωση ότι το «η» διατηρείται σε όλους τους χρόνους.
Σύμφωνα όμως με τους θεμελιώδεις κανόνες της γραμματικής, η αύξηση τίθεται αποκλειστικά στην οριστική του παρατατικού και του αορίστου. Κατά συνέπεια, η μεταφορά του «η» στον ενεστώτα ή στον παρακείμενο θεωρείται γραμματικά λανθασμένη.
Πώς διαμορφώνονται οι ορθοί τύποι
Η σωστή κλίση του ρήματος στους βασικούς χρόνους διαμορφώνεται ως εξής:
- Ενεστώτας: απαυδώ (και όχι απηυδώ)
- Αόριστος (με αύξηση): απηύδησα
- Παρακείμενος (χωρίς αύξηση): έχω απαυδήσει (και όχι έχω απηυδήσει)
- Υποτακτική / Μέλλοντας: να / θα απαυδήσω