Ανάμεσα στους γλωσσικούς θησαυρούς της αρχαιότητας ξεχωρίζουν συχνά ορισμένες ιδιόμορφες εκφράσεις, οι οποίες αποτυπώνουν το καυστικό χιούμορ και την παιγνιώδη διάθεση των προγόνων μας. Μία από αυτές τις ιδιαίτερες περιπτώσεις αποτελεί και το ρήμα «σκοτοβινιάω», μια λέξη που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει με αστείο τρόπο την έντονη σεξουαλική επιθυμία.
Η συγκεκριμένη έκφραση δεν αποτελούσε μέρος του επίσημου ή σοβαρού λόγου, αλλά χρησιμοποιούνταν κυρίως στο πλαίσιο της κωμωδίας. Στόχος της ήταν να σχολιάσει σκωπτικά την κατάσταση στην οποία περιέρχονταν άτομα σε μακροχρόνια ερωτική αποχή, παρουσιάζοντας την επιθυμία τους ως μια μορφή ακραίας αναστατώσεως.
Η ετυμολογική προέλευση: Ένα γλωσσικό λογοπαίγνιο
Η γέννηση της λέξης στηρίζεται σε ένα ευρηματικό λεκτικό παιχνίδι των αρχαίων χρόνων. Προήλθε από την παραλλαγή του γνωστού ρήματος «σκοτοδινιάω», το οποίο σημαίνει καταλαμβάνομαι από σκοτοδίνη ή ζαλίζομαι.
Με την αντικατάσταση των κατάλληλων συλλαβών, η συνήθης σωματική ζάλη μετατράπηκε χιουμοριστικά σε «ζάλη» από ερωτική στέρηση, δημιουργώντας έναν όρο που κατάφερνε να συνδυάσει την περιγραφή ενός συμπτώματος με τη σατιρική διάθεση.