Το «φεύγω από το πατρικό και ανοίγω τα φτερά μου» αργεί αρκετά για τους νέους της Νότιας Ευρώπης. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η μέση ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή εστία στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται γύρω στα 26 χρόνια, όμως οι διαφορές από χώρα σε χώρα είναι εντυπωσιακές.
Στην Ελλάδα, όπως και στην Ιταλία, την Ισπανία και την Κροατία, οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους μετά τα 30. Στην αντίπερα όχθη, χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά καταγράφουν πολύ χαμηλότερες ηλικίες: στη Φινλανδία ο μέσος όρος είναι περίπου 21 έτη, στη Δανία 22, ενώ στην Εσθονία και τη Σουηδία περίπου 23.
Η απόσταση ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο αγγίζει σχεδόν τη μία δεκαετία, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραμένει σχετικά σταθερός εδώ και περίπου 20 χρόνια.
Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία: Το πατρικό… μέχρι τα 30 και βάλε
Η παραμονή στο πατρικό δεν είναι άσχετη με την οικονομική πραγματικότητα. Στις χώρες όπου οι νέοι φεύγουν αργότερα από την οικογενειακή εστία, καταγράφονται ταυτόχρονα και χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης των νέων.
Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στις χαμηλότερες επιδόσεις της ΕΕ, την ώρα που ο μέσος όρος απασχόλησης των νέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στο 65,5%. Στην Ιταλία το ποσοστό βρίσκεται στο 47,6%, ενώ ακολουθούν η Ρουμανία με 52% και η Βουλγαρία με 52,7%. Η Ισπανία και η Ελλάδα επίσης κινούνται σε χαμηλά επίπεδα.
Το «φεύγω από το σπίτι» συχνά σημαίνει… «αγοράζω σπίτι»
Υπάρχει όμως και μια διαφορετική παράμετρος. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, η αποχώρηση από το πατρικό δεν συνδέεται απαραίτητα με μια μακρά περίοδο ενοικίασης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η ηλικία εγκατάλειψης της οικογενειακής εστίας πλησιάζει την ηλικία απόκτησης πρώτης κατοικίας: περίπου 31 χρόνια στην Ισπανία, 33 στην Ιταλία και 35 στην Ελλάδα.
Με άλλα λόγια, σε αρκετές χώρες του Νότου η μετάβαση από το πατρικό σε μια δική τους κατοικία γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία, αλλά συχνά με στόχο την ιδιοκατοίκηση και όχι τη μακροχρόνια ενοικίαση.
Οι γονείς βάζουν το χέρι στην τσέπη
Και εδώ εμφανίζεται ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας: η οικογενειακή βοήθεια.
Στην Ελλάδα περίπου 75% των ανθρώπων έχουν λάβει κάποια μορφή στήριξης από την οικογένειά τους για την απόκτηση κατοικίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 72% στην Ιταλία και την Κροατία. Στη Βουλγαρία φτάνει ακόμη και το 78%.
Η βοήθεια δεν είναι απαραίτητα μόνο οικονομική. Μπορεί να αφορά χρήματα, κληρονομιά ή ακόμη και ένα ήδη υπάρχον ακίνητο στο οποίο μετακομίζει αργότερα το παιδί.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται αισθητά από χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ολλανδία, όπου περίπου τα δύο τρίτα των γονέων δεν παρέχουν αντίστοιχη στήριξη για την αγορά κατοικίας των παιδιών τους.
Η Gen Z είναι η γενιά που πήρε τη μεγαλύτερη βοήθεια
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία ανά γενιά. Η Gen Z, δηλαδή οι νέοι περίπου 18 έως 27 ετών, εμφανίζεται ως η γενιά που έχει λάβει τη μεγαλύτερη οικογενειακή βοήθεια για κατοικία, με ποσοστό 74%.
Ακολουθούν οι Millennials με 68% και η Gen X με 59%. Αντίθετα, στις μεγαλύτερες γενιές τα ποσοστά είναι χαμηλότερα: στους Baby Boomers η πλειοψηφία δεν έλαβε αντίστοιχη στήριξη, ενώ στη λεγόμενη «Σιωπηλή Γενιά» το ποσοστό όσων δεν είχαν οικογενειακή βοήθεια ήταν ακόμη υψηλότερο.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη: το πότε ένας νέος φεύγει από το πατρικό δεν εξαρτάται μόνο από την ηλικία. Η αγορά εργασίας, το κόστος στέγασης, η ιδιοκατοίκηση και –όλο και περισσότερο– η οικονομική στήριξη της οικογένειας καθορίζουν το πότε ανοίγει τελικά η πόρτα του παιδικού δωματίου για μια νέα, αυτόνομη ζωή.