Παρά το γενικό πλαίσιο που οδηγεί σταδιακά σε υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, το 2026 εξακολουθούν να υπάρχουν κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων που μπορούν να ανοίξουν την «πόρτα» της εξόδου πριν από τη συμπλήρωση των 62 ετών.
Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις αφορούν κυρίως παλαιούς ασφαλισμένους που έχουν κατοχυρώσει δικαιώματα με βάση τα έτη ασφάλισης και τις προϋποθέσεις προηγούμενων ετών. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται γονείς ανήλικων τέκνων, τρίτεκνοι, υπάλληλοι με 35ετία ή 37ετία, αλλά και εργαζόμενοι σε βαρέα επαγγέλματα των δήμων.
Γονείς με ανήλικα παιδιά: Ποιοι κρατούν το «παράθυρο» εξόδου
Δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν συμπληρώσει 25ετία το 2011 και είχαν ανήλικο παιδί μπορούν να αξιοποιήσουν ευνοϊκές διατάξεις, εφόσον είχαν συμπληρώσει το 52ο έτος έως το 2017. Σε αυτή την περίπτωση, το όριο συνταξιοδότησης διαμορφώνεται στα 58 έτη και 5 μήνες.
Όσοι συμπλήρωσαν τα 52 το 2018, κατοχυρώνουν δικαίωμα με όριο ηλικίας τα 60 έτη και 2 μήνες.
Αντίστοιχα, γονείς που είχαν 25ετία το 2012 και ανήλικο τέκνο μπορούν να αποχωρήσουν με πλήρη σύνταξη, εφόσον πληρούν τις ηλικιακές προϋποθέσεις. Για όσους συμπλήρωσαν το 55ο έτος το 2018, το όριο εξόδου είναι τα 61 έτη, ενώ όσοι το συμπλήρωσαν το 2019 οδηγούνται σε όριο 62 ετών και 6 μηνών.
Τρίτεκνοι: Ειδικές προβλέψεις για παλαιούς ασφαλισμένους
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι τρίτεκνες μητέρες που είχαν συμπληρώσει 20 χρόνια ασφάλισης έως το 2010. Οι συγκεκριμένες ασφαλισμένες μπορούν να λάβουν πλήρη σύνταξη χωρίς όριο ηλικίας, όταν αποφασίσουν να υποβάλουν αίτηση.
Για τρίτεκνους γονείς με 21 έτη ασφάλισης το 2011, το όριο ηλικίας καθορίζεται από την ηλικία που ισχύει κατά τη συμπλήρωση του 52ου έτους. Αντίστοιχα, όσοι συμπλήρωσαν 23 έτη ασφάλισης το 2012 συνταξιοδοτούνται με βάση το όριο που αντιστοιχεί στη συμπλήρωση του 55ου έτους.
Μειωμένη σύνταξη: Οι προϋποθέσεις για τους δημοσίους υπαλλήλους
Δυνατότητα μειωμένης σύνταξης έχουν ασφαλισμένοι του Δημοσίου που είχαν συμπληρώσει 25ετία έως το 2010, υπό την προϋπόθεση ότι οι γυναίκες είχαν φτάσει το 55ο έτος και οι άνδρες το 60ό έως το 2022.
Παράλληλα, όσοι είχαν 25ετία το 2011 ή το 2012 μπορούν να αποχωρήσουν με μειωμένη σύνταξη, εφόσον είχαν συμπληρώσει έως το 2022 το απαιτούμενο ηλικιακό όριο: 56 έτη για το 2011 και 58 έτη για το 2012.
Έξοδος με 35ετία και 37ετία
Ευνοϊκές ρυθμίσεις ισχύουν και για όσους έχουν συμπληρώσει μεγάλο χρόνο ασφάλισης.
Δημόσιοι υπάλληλοι με 25ετία έως το 2010 μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με 35ετία, εφόσον είχαν συμπληρώσει το 58ο έτος και 35 χρόνια ασφάλισης έως το 2021. Το όριο ηλικίας διαμορφώνεται στα 61 έτη και 6 μήνες.
Αντίστοιχα, για όσους είχαν 25ετία το 2011 απαιτούνται 36 χρόνια ασφάλισης έως το 2021, με το ίδιο όριο ηλικίας.
Η περίπτωση της 37ετίας για όσους διορίστηκαν μετά το 1983
Ιδιαίτερη πρόβλεψη αφορά δημοσίους υπαλλήλους που διορίστηκαν μετά το 1983 και είχαν συμπληρώσει 25ετία έως το 2010.
Εφόσον είχαν συμπληρώσει 37 χρόνια ασφάλισης έως το 2021, μπορούν να αποχωρήσουν το 2026 με όρια ηλικίας που φτάνουν:
- τα 60 έτη και 3 μήνες, εφόσον είχαν συμπληρώσει τα 55 το 2020,
- τα 61 έτη και 2 μήνες, εφόσον συμπλήρωσαν την 37ετία το 2021.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αφορά όσους είχαν υπηρετήσει στο Δημόσιο πριν από το 1983 με ασφάλιση ΙΚΑ και στη συνέχεια αναγνώρισαν τον χρόνο αυτό ως δημόσια υπηρεσία. Αντίθετα, εφαρμόζεται σε όσους είχαν ασφάλιση πριν από το 1983 σε ΙΚΑ ή ταμεία ελευθέρων επαγγελματιών και διορίστηκαν στο Δημόσιο μετά το 1983, εφόσον πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Βαρέα επαγγέλματα στους ΟΤΑ: Έξοδος ακόμη και στα 58
Ειδικό καθεστώς ισχύει για εργαζόμενους στους δήμους που απασχολούνται σε βαρέα επαγγέλματα, όπως οδηγοί και οδοκαθαριστές.
Όσοι έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 12 χρόνια ασφάλισης στα βαρέα των ΟΤΑ έως το τέλος του 2012 μπορούν να συνταξιοδοτηθούν στα 58. Για όσους συμπλήρωσαν τη συγκεκριμένη προϋπόθεση μετά την 1η Ιανουαρίου 2013, το όριο ηλικίας αυξάνεται στα 60.
Οι παραπάνω περιπτώσεις αφορούν κυρίως ασφαλισμένους που έχουν κατοχυρώσει δικαιώματα με παλαιότερες διατάξεις. Για κάθε περίπτωση απαιτείται έλεγχος των πραγματικών χρόνων ασφάλισης και των προϋποθέσεων που ισχύουν, καθώς μικρές διαφοροποιήσεις μπορούν να αλλάξουν το τελικό όριο συνταξιοδότησης.