Σε πεδίο οξύτατης σύγκρουσης μετατράπηκε η δικαστική αίθουσα όπου εκδικάζεται η υπόθεση της τραγωδίας των Τεμπών. Η συνεδρίαση σημαδεύτηκε από έντονο φραστικό επεισόδιο ανάμεσα στη συνήγορο υποστήριξης της κατηγορίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, και τους δικηγόρους υπεράσπισης, Δημήτρη Σκαρίμπα και Στέλλα Βαλάνη. Οι λεκτικοί διαπληκτισμοί, σε συνδυασμό με αιφνίδια δικονομικά προσκόμματα, οδήγησαν στην αναγκαστική διακοπή της διαδικασίας, προκαλώντας την έντονη και δικαιολογημένη αγανάκτηση των συγγενών των θυμάτων που παρακολουθούσαν τη διαδικασία.
Το εκρηκτικό κλίμα άρχισε να διαμορφώνεται από νωρίς, όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου αποφάσισε τη διακοπή της συνεδρίασης για περίπου δύο ώρες. Στόχος της αναμονής ήταν να προσέλθει στην αίθουσα η κ. Κωνσταντοπούλου –καθώς συνεργάτες της είχαν προειδοποιήσει για καθυστέρηση λόγω ειλημμένων υποχρεώσεων– προκειμένου να ολοκληρώσει τον κύκλο των αγορεύσεων της πλευράς των θυμάτων επί της εισαγγελικής πρότασης, προτού ο λόγος περάσει στην υπεράσπιση.
Με την επανέναρξη της διαδικασίας, ένα νέο ζήτημα ανέκυψε όταν η πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο Παύλο Κουζή σχετικά με τη νομική του εκπροσώπηση, καθώς είχε γίνει γνωστό ότι δεν τον εκπροσωπούσε πλέον ο προηγούμενος δικηγόρος του. Ο κατηγορούμενος δήλωσε οικονομική αδυναμία να ανταπεξέλθει στις αμοιβές, ζητώντας τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου από το δικαστήριο.
Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε την άμεση αντίδραση του προέδρου του συλλόγου συγγενών θυμάτων «Τέμπη 2023», Παύλου Ασλανίδη, ο οποίος παρενέβη σε έντονο ύφος, καταγγέλλοντας την έλλειψη σεβασμού στη μνήμη των νεκρών παιδιών. «Είμαστε άνεργοι, ματώνουμε οικονομικά», δήλωσε χαρακτηριστικά προτού αποχωρήσει σε ένδειξη διαμαρτυρίας από την αίθουσα.
Το φυτίλι της έντασης ανάμεσα στους νομικούς άναψε όταν η κ. Κωνσταντοπούλου άφησε αιχμές προς την έδρα, υποστηρίζοντας ότι η πρόεδρος καθοδήγησε τον κατηγορούμενο να δηλώσει αδυναμία εκπροσώπησης. Στη συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης Δημήτρης Σκαρίμπας ζήτησε εξηγήσεις για τους λόγους της δίωρης διακοπής, γεγονός που οδήγησε σε μια ανεξέλεγκτη ανταλλαγή ύβρεων και προσβολών από μικροφώνου.
Η κ. Κωνσταντοπούλου έκανε λόγο για «διαδρομίστικες και αντιδεοντολογικές συμπεριφορές» και «εργολαβικά», με τον κ. Σκαρίμπα να απαντά σε εξίσου υψηλούς τόνους, καλώντας την να «κοιταχτεί στον καθρέφτη» και να προσκομίσει αποδείξεις. Παρά την προσωρινή αποχώρηση της έδρας, η αντιπαράθεση συνεχίστηκε σε προσωπικό επίπεδο με τη δικηγόρο Στέλλα Βαλάνη, με εκατέρωθεν κατηγορίες για ψεύδη, υπονόμευση της δίκης και αναφορές σε παλαιότερη συναδελφική αλληλεγγύη.
Μετά την εκτόνωση του επεισοδίου, η δικαστική διαδικασία απέκτησε νέο ενδιαφέρον καθώς η κ. Κωνσταντοπούλου κατέθεσε ένα κρίσιμο έγγραφο με ημερομηνία 6 Μαρτίου 2026. Στο έγγραφο αυτό, η πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) ενημέρωνε την κυβέρνηση πως το ΝΣΚ δεν είχε λάβει κλήση από την Εισαγγελία και ως εκ τούτου δεν διέθετε πρόσβαση στη δικογραφία και τα κατηγορητήρια.
Η πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας συσχέτισε το παραπάνω με ένα μεταγενέστερο, «εξαιρετικά επείγον» έγγραφο της 20ής Μαρτίου του τότε αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, Κωνσταντίνου Κυρανάκη. Με αυτό, το Υπουργείο ζητούσε από το ΝΣΚ να δηλώσει παράσταση του Δημοσίου αποκλειστικά και μόνο εις βάρος του επιθεωρητή διοίκησης και των τριών σταθμαρχών.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της κ. Κωνσταντοπούλου, γεννώνται σοβαρά ερωτήματα για το πώς το ΝΣΚ δέχθηκε να περιορίσει την παράσταση του Δημοσίου σε τέσσερα συγκεκριμένα πρόσωπα, τη στιγμή που το ίδιο είχε δηλώσει επίσημα ότι δεν γνώριζε το περιέχομενο της δικογραφίας.
Η επεισοδιακή συνεδρίαση έληξε με την οριστική διακοπή της δίκης για τη Δευτέρα, 6 Ιουλίου, με την έδρα να αιτιολογεί την απόφαση με την ανάγκη εξεύρεσης και διορισμού νέου συνηγόρου για τον κατηγορούμενο που δήλωσε οικονομική αδυναμία.