Η ελληνική γλώσσα διαθέτει πλήθος λέξεων που, αν και δεν χρησιμοποιούνται συχνά στην καθημερινή επικοινωνία, παραμένουν ζωντανές στον δημόσιο λόγο, τη δημοσιογραφία και τα επίσημα κείμενα. Μία από αυτές είναι η λέξη «επίμεμπτος», η οποία συχνά προκαλεί απορίες ως προς το ακριβές νόημά της.
Η λέξη «επίμεμπτος» χαρακτηρίζει κάποιον που θεωρείται αξιόμεμπτος, δηλαδή κάποιον που μπορεί να κατηγορηθεί, να επικριθεί ή να θεωρηθεί υπεύθυνος για μια πράξη ή συμπεριφορά. Με απλά λόγια, πρόκειται για πρόσωπο ή ενέργεια που επιδέχεται μομφή ή καταλογισμό ευθύνης.
Στην πράξη, η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως σε επίσημα, διοικητικά ή νομικά συμφραζόμενα. Για παράδειγμα, η φράση «δεν προέκυψε επίμεμπτη συμπεριφορά» σημαίνει ότι δεν διαπιστώθηκε κάποια πράξη που να δικαιολογεί κατηγορία ή επίκριση.
Η ετυμολογία της προέρχεται από το ρήμα «μέμφομαι», που σημαίνει «κατηγορώ» ή «επικρίνω», με την πρόθεση «επί-» να ενισχύει το νόημα της απόδοσης ευθύνης.
Παρότι δεν ανήκει στις λέξεις που χρησιμοποιούνται καθημερινά, η γνώση της σημασίας της βοηθά στην καλύτερη κατανόηση κειμένων και δηλώσεων όπου γίνεται αναφορά σε ευθύνες, παραλείψεις ή ζητήματα δεοντολογίας.