Σε κατάσταση διαρκούς συναγερμού παραμένει η χώρα εξαιτίας της επιδεινούμενης δημογραφικής κρίσης, καθώς τα πλέον πρόσφατα στοιχεία αποτυπώνουν μια νέα, ξεκάθαρη υποχώρηση των δεικτών γονιμότητας. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), κατά το περασμένο έτος κατεγράφη μείωση των γεννήσεων κατά 4,2%, γεγονός που μεταφράζεται σε 2.873 λιγότερα παιδιά σε σχέση με το 2024. Συνολικά, οι γεννήσεις ζώντων ανήλθαν σε 65.594, εκ των οποίων τα 33.620 αφορούσαν αγόρια και τα 31.974 κορίτσια, όταν την αμέσως προηγούμενη χρονιά ο αντίστοιχος αριθμός είχε φτάσει τις 68.467 (35.216 αγόρια και 33.251 κορίτσια).
Στον αντίποδα, πτωτική πορεία ακολούθησαν και οι θνησιγενείς γεννήσεις (γεννήσεις νεκρών), οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 420 περιπτώσεις, σημειώνοντας κάμψη 7,5% συγκριτικά με το 2024, οπότε είχαν ανέλθει σε 454.
Οι διακυμάνσεις του έτους και η ακτινογραφία των ηλικιών
Η στατιστική ανάλυση σε μηνιαία βάση αναδεικνύει ότι η πτώση δεν ήταν ομοιόμορφη καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Οι πιο έντονες αρνητικές μεταβολές εντοπίστηκαν τον Νοέμβριο και τον Ιανουάριο, με τις γεννήσεις να υποχωρούν κατά 10,4% και 10% αντίστοιχα. Αντιθέτως, μικρές ανάσες καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο (+3%) και τον Μάιο (+2,9%), μήνες κατά τους οποίους σημειώθηκε θετικό πρόσημο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαχρονική μετατόπιση της ηλικίας των γυναικών που γίνονται μητέρες, αποκαλύπτοντας ότι οι Ελληνίδες αποκτούν παιδιά σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία:
- Σε σύγκριση με το 2015: Οι μεγαλύτερες απώλειες σε απόλυτους αριθμούς εντοπίζονται στις πιο παραγωγικές αναπαραγωγικά ηλικίες. Οι γεννήσεις από μητέρες 30 έως 34 ετών μειώθηκαν κατά 12.356, στην ομάδα 25 έως 29 ετών κατά 7.922, ενώ στις ηλικίες 35 έως 39 ετών η μείωση άγγιξε τις 4.597. Στον αντίποδα, αυξητική τάση εμφάνισαν οι γεννήσεις από γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, με τις ομάδες 40-44 ετών και 45-49 ετών να ενισχύονται κατά 1.031 και 445 γεννήσεις αντίστοιχα.
- Σε σύγκριση με το 2005: Η σύγκριση με βάθος εικοσαετίας αναδεικνύει ακόμα πιο ανάγλυφα το πρόβλημα. Η ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών παρουσιάζει τη μεγαλύτερη κατάρρευση με 20.775 λιγότερες γεννήσεις, ακολουθούμενη από τις ομάδες 30-34 ετών (-13.983) και 20-24 ετών (-10.177). Παράλληλα, οι γεννήσεις από μητέρες 40-44 ετών αυξήθηκαν κατά 2.955 και από μητέρες 45-49 ετών κατά 852.
Η ανατροπή στις ιθαγένειες
Μια αξιοσημείωτη ποιοτική μεταβολή που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ αφορά την ιθαγένεια των μητέρων. Η αναλογία των γεννήσεων από γυναίκες με ελληνική υπηκοότητα σε σχέση με εκείνες από αλλοδαπές διαμορφώθηκε πλέον στο 8,9 προς 1. Η συγκεκριμένη αναλογία παρουσιάζει συνεχή άνοδο τα τελευταία χρόνια, καθώς το 2015 βρισκόταν στο 6,7 προς 1 και το 2005 στο 5,1 προς 1, αποτυπώνοντας τις ευρύτερες αλλαγές στα μεταναστευτικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας.
Γεωγραφικός χάρτης: Η καθολική πτώση και η εξαίρεση της Κρήτης
Η δημογραφική αποδυνάμωση δεν αποτελεί φαινόμενο των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά επηρεάζει σχεδόν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις.
Η γεωγραφική κατανομή των στοιχείων δείχνει ότι οι γεννήσεις μειώθηκαν στις 12 από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας. Τη μεγαλύτερη πίεση, σε απόλυτα μεγέθη, δέχθηκαν οι πολυπληθέστερες περιοχές. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πτώση είχε η Περιφέρεια Αττικής με 1.007 λιγότερες γεννήσεις, ενώ ακολούθησαν η Κεντρική Μακεδονία με μείωση 656 και η Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία κατέγραψε 273 λιγότερες γεννήσεις.
Σε αυτό το αποθαρρυντικό σκηνικό, η Περιφέρεια Κρήτης αποτέλεσε τη μοναδική εξαίρεση σε όλη τη χώρα, καταφέρνοντας να διαφοροποιηθεί και να σημειώσει αύξηση των γεννήσεων κατά 129 μέσα σε ένα έτος.