Η ερευνήτρια γλωσσολογίας Kajsa Gullberg από το Πανεπιστήμιο του Λουντ στη Σουηδία υποστηρίζει ότι η εσωτερική διαδικασία της γραφής επηρεάζεται άμεσα από το αν το περιεχόμενο είναι αληθινό ή κατασκευασμένο. Αυτό σημαίνει ότι πίσω από το τελικό κείμενο κρύβονται μοτίβα που μπορούν να δώσουν ενδείξεις για την αλήθεια του.
Μέχρι σήμερα, η έρευνα γύρω από την εξαπάτηση επικεντρωνόταν κυρίως στην ομιλία, στη γλώσσα του σώματος ή σε φυσιολογικές αντιδράσεις. Στον γραπτό λόγο, όμως, η ανάλυση γινόταν σχεδόν αποκλειστικά στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διαδικασία παραγωγής του κειμένου.
Η νέα μελέτη δείχνει ότι παράγοντες όπως οι παύσεις κατά τη γραφή, η διάρκεια συγγραφής και ο αριθμός των διορθώσεων μπορεί να διαφέρουν σημαντικά όταν κάποιος γράφει ένα ψέμα σε σχέση με όταν περιγράφει την αλήθεια. Σε πειραματική διαδικασία με 47 συμμετέχοντες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ψευδή κείμενα συχνά συνοδεύονται από διαφορετικό ρυθμό γραφής και λιγότερες επεμβάσεις στο τελικό κείμενο.
Ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι όταν κάποιος κατασκευάζει μια ψευδή αφήγηση, τείνει να την έχει ήδη οργανώσει νοητικά πριν αρχίσει να γράφει. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερες παύσεις στην αρχή, αλλά λιγότερες διορθώσεις στη συνέχεια. Αντίθετα, οι αληθινές αφηγήσεις συχνά απαιτούν περισσότερη επεξεργασία κατά τη διάρκεια της γραφής, με αποτέλεσμα περισσότερες αλλαγές στο κείμενο.
Σε επόμενο στάδιο της έρευνας, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να επαναλάβουν τις ίδιες αφηγήσεις. Εκεί φάνηκε ότι οι αληθινές ιστορίες γίνονταν σταδιακά πιο ομαλές, με λιγότερες διορθώσεις, ενώ τα ψέματα διατηρούσαν ή και αύξαναν την πολυπλοκότητά τους. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πρέπει να θυμάται τόσο την πραγματικότητα όσο και την παραποιημένη εκδοχή της, κάτι που αυξάνει τη γνωστική επιβάρυνση.
Η Kajsa Gullberg επισημαίνει ότι η διαδικασία σχεδιασμού ενός ψεύδους προηγείται συχνά της γραφής, γεγονός που εξηγεί γιατί το τελικό κείμενο μπορεί να εμφανίζει λιγότερες αλλαγές. Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι και στον προφορικό λόγο υπάρχουν ενδείξεις διαφοροποίησης, αν και αυτές γίνονται πιο δύσκολο να εντοπιστούν όσο αυξάνεται η διάρκεια της ομιλίας.
Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η ανίχνευση του ψεύδους παραμένει μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, ακόμη και για ειδικούς. Τα ποσοστά επιτυχίας δεν ξεπερνούν συχνά το 50% έως 60%, γεγονός που δείχνει τα όρια των υφιστάμενων μεθόδων.
Ωστόσο, η κατανόηση των αόρατων χαρακτηριστικών της γραπτής γλώσσας θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει ένα επιπλέον εργαλείο σε τομείς όπως η εγκληματολογία, συμβάλλοντας στην αναγνώριση ύποπτων γλωσσικών μοτίβων και στη βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google