Σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ύψος των συντάξεων φέρνει το 2026 για τους ασφαλισμένους του Δημοσίου, με τον χρόνο υποβολής της αίτησης να αποδεικνύεται κρίσιμος παράγοντας για το τελικό ποσό. Ακόμη και διαφορά λίγων μηνών μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις που φτάνουν έως και τα 65 ευρώ μηνιαίως.
Το ισχύον σύστημα υπολογισμού δεν ανταμείβει μόνο τα περισσότερα έτη ασφάλισης, αλλά και τη χρονική στιγμή της εξόδου εντός του ίδιου έτους. Έτσι, εργαζόμενοι με τα ίδια περίπου χαρακτηριστικά μπορεί να λάβουν διαφορετική σύνταξη, ανάλογα με το αν αποχωρούν στις αρχές ή προς το τέλος του 2026.
Για παράδειγμα, ασφαλισμένοι με 35 έτη ασφάλισης που καταθέτουν αίτηση τον Ιανουάριο λαμβάνουν χαμηλότερη σύνταξη σε σχέση με όσους παραμένουν στην εργασία τους για λίγους μήνες ακόμη, αυξάνοντας τον χρόνο ασφάλισης σε 35,5 ή 36 έτη. Το επιπλέον διάστημα οδηγεί σε υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης και, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη ανταποδοτική σύνταξη.
Σε κάθε περίπτωση, όσοι αποχωρούν το 2026 εμφανίζονται κερδισμένοι σε σύγκριση με τους συνταξιούχους του 2025, ακόμη και αν έχουν τα ίδια χρόνια ασφάλισης. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών βάσει του πληθωρισμού, που για το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,6%.
Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το τελικό ποσό της σύνταξης:
- Η τιμαριθμική προσαρμογή των αποδοχών από το 2002 έως το 2025, η οποία αυξάνει τη βάση υπολογισμού.
- Η συμπλήρωση επιπλέον χρόνου ασφάλισης μέσα στο 2026, που ανεβάζει τα ποσοστά αναπλήρωσης.
- Η ηλικία εξόδου, με όσους επιλέγουν πλήρη σύνταξη να λαμβάνουν ακέραια την εθνική, σε αντίθεση με τις μειωμένες που συνεπάγονται περικοπές.
Ενδεικτικά, η μετάβαση από τα 35 στα 36 έτη ασφάλισης μπορεί να αυξήσει το ποσοστό αναπλήρωσης κατά περίπου 2,5 μονάδες, μεταφράζοντας τη διαφορά σε απτό οικονομικό όφελος. Αντίστοιχα, στην κατηγορία των υπαλλήλων με 39 έως 40 έτη ασφάλισης, η διαφορά μεταξύ εξόδου τον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο φτάνει έως και τα 65 ευρώ μηνιαίως.
Παράλληλα, η εικόνα στις επικουρικές συντάξεις παραμένει μικτή, με τα ποσά να κυμαίνονται περίπου από 160 έως 400 ευρώ. Ο υπολογισμός τους βασίζεται σε δύο διακριτά σκέλη: το πρώτο αφορά τα έτη έως το 2014 με σταθερό συντελεστή αναπλήρωσης, ενώ το δεύτερο συνδέεται με τις εισφορές μετά το 2015 και επηρεάζεται από την ηλικία συνταξιοδότησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο λεγόμενος «συντελεστής απομείωσης», που μειώνει το ποσό της επικουρικής όσο χαμηλότερη είναι η ηλικία εξόδου. Έτσι, όσοι παραμένουν περισσότερο στην εργασία περιορίζουν τις απώλειες και εξασφαλίζουν υψηλότερη παροχή.
Την ίδια ώρα, αυξημένη παραμένει η ροή αιτήσεων συνταξιοδότησης, με περισσότερες από 35.000 να έχουν κατατεθεί ήδη στο πρώτο δίμηνο του 2026. Το 2025 καταγράφηκε ένα ακόμη υψηλό επίπεδο, με σχεδόν 200.000 αιτήσεις.
Ωστόσο, παρά τη βελτίωση στους χρόνους απονομής των κύριων συντάξεων, που πλέον καθυστερούν λιγότερο, σημαντικά προβλήματα εξακολουθούν να εντοπίζονται στις επικουρικές. Οι εκκρεμείς υποθέσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας τις 30.000.
Στο μέτωπο των εφάπαξ, οι εικόνες διαφοροποιούνται ανά Ταμείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται αυξήσεις που φτάνουν ακόμη και τις 30.000 ευρώ, ενώ σε άλλες σημειώνονται σημαντικές μειώσεις. Τα υψηλότερα ποσά εξακολουθούν να καταβάλλονται σε Ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών, με τις αποδοχές να ξεπερνούν ακόμη και τις 100.000 ευρώ.
Αντίθετα, σε αρκετά Ταμεία του Δημοσίου και των επιστημόνων παρατηρούνται μειώσεις, γεγονός που αποδίδεται στον τρόπο υπολογισμού, ο οποίος μετά το 2015 συνδέεται άμεσα με τις καταβληθείσες εισφορές χωρίς πρόσθετη ανταποδοτικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται προτάσεις για αλλαγές στον υπολογισμό των εφάπαξ, με στόχο να λαμβάνονται υπόψη πιο πρόσφατες αποδοχές, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες και να ενισχυθούν τα τελικά ποσά για τους νέους συνταξιούχους.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Αλλαγή νόμου: ΝΕΑ εξ αποστάσεως Πιστοποίηση Η/Υ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών
Alfavita Newsroom