Η λέξη «καλτάκα» είναι τουρκικής προέλευσης και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια γυναίκα με επιτηδευμένη εμφάνιση, που κάνει αισθητή την ελευθερία των ηθών της. Πρόκειται για έναν όρο που, ιστορικά, συνδέεται με την κοινωνική παρατήρηση και τις ηθικές αντιλήψεις μιας εποχής, και συχνά χρησιμοποιείται με ελαφρώς κριτική ή ειρωνική χροιά.
Παράδειγμα χρήσης
- «Η Μαρία εμφανίστηκε στο πάρτι σαν καλτάκα, με έντονο μακιγιάζ και προκλητικά ρούχα.»
Η λέξη δείχνει πώς η γλώσσα μπορεί να μεταφέρει κοινωνικές παρατηρήσεις μέσα από ένα μόνο όρο, αποτυπώνοντας την έννοια της επιτηδευμένης εμφάνισης και της φανερής ανεξαρτησίας.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Μαρία Δούση