Η έννοια της λέξης
Η λέξη "ομβροφόρος" χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι ή κάποιον που φέρνει ή συνοδεύεται από βροχή. Είναι ένας όρος που παραπέμπει στη φύση και στην υδάτινη ενέργεια των καιρικών φαινομένων, υποδηλώνοντας την παρουσία ή την πρόκληση έντονης βροχόπτωσης.
Η ετυμολογία της
Η λέξη είναι σύνθετη: το πρώτο της συνθετικό είναι ο "όμβρος", που στα αρχαία ελληνικά σημαίνει δυνατή, καταρρακτώδης βροχή. Το δεύτερο συνθετικό είναι το "-φόρος", που σημαίνει "αυτός που φέρει". Έτσι, "ομβροφόρος" είναι κυριολεκτικά "αυτός που φέρει όμβρους", δηλαδή καταρρακτώδη βροχή.