Από το αρχαίο ελληνικό «λαίλαψ», που σημαίνει δυνατός άνεμος ή καταιγίδα. Σήμερα, χρησιμοποιείται για να περιγράψει οποιαδήποτε καταστροφική δύναμη.
Μεταφορική χρήση:
«Η λαίλαπα του πολέμου κατέστρεψε την οικονομία της χώρας.»
«Η λαίλαπα της τεχνολογίας αλλάζει τα δεδομένα της αγοράς εργασίας.»