καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Υπουργείο Παιδείας: Διορισμός 4.789 εκπαιδευτικών μονίμων εκπαιδευτικών - Όλα τα ονόματα
ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟ: Στο νομοσχέδιο του ΥΠΕΣ ο ενιαίος γραπτός ΑΣΕΠ για 30.000 θέσεις προϊσταμένων