καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
ΗΜΜΥ: Ίδια επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά χιλιάδες μόρια διαφορά στις βάσεις
Υπουργείο Παιδείας: Δεν επανέρχονται οι εκπαιδευτικοί στο Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας