καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
3ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός Αποταμίευσης: Πώς συμμετέχουν σχολεία και μαθητές ως 22/10
Παιδικός καρκίνος: Ο κανόνας «των τριών» που μπορεί να σώσει ζωές