καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
ΑΤΜ στο εξωτερικό: Πώς θα καταλάβετε αν σας χρεώνουν έξτρα προμήθεια
13ος και 14ος μισθός: Στο Δικαστήριο της ΕΕ το ερώτημα για τα δώρα στο Δημόσιο