καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Σχολικές εκδρομές: Ο καθηγητής μπορεί να πάρει το κινητό από τα χέρια του μαθητή και να το κλείσει
Αρχαιολογικό μυστήριο στο Φάληρο: 79 άνδρες βρέθηκαν αλυσοδεμένοι και στοιχισμένοι σε μαζικό τάφο