καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Βάσεις Πανελλαδικών 2026: Μάχη με τον χρόνο για ανακοίνωση την Τετάρτη 22 Ιουλίου
Προσλήψεις σε σχολεία: Αιτήσεις τώρα για 3.373 θέσεις εργασίας χωρίς πτυχίο