καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Δράμα: Πέθανε η μητέρα του αστυνομικού όταν έμαθε για τη γυναικοκτονία και την αυτοκτονία
Υπουργείο Παιδείας: Μέσω gov.gr η ανάληψη υπηρεσίας για τους εκπαιδευτικούς