καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Επίδομα συνταξιούχων: Ποιοι θα δουν 150 ευρώ επιπλέον και ποιοι θα λάβουν 400 ευρώ για πρώτη φορά
Πέφτουν οι σοβάδες, διώκονται οι δάσκαλοι: Στο Πόρτο Ράφτη η ευθύνη βρίσκει τον εύκολο στόχο