καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Νέα σχολική χρονιά 2026-2027: «Κλείδωσε» ο αγιασμός και η επιστροφή των μαθητών στα θρανία
Σκάνδαλο στην Εθνική Σχολή Δικαστών: Υποψήφιος γραμματέας πιάστηκε με πλαστό πτυχίο
Νέες ταυτότητες: Τι ισχύει για όσους δεν έχουν βγάλει μετά τις 3 Αυγούστου