καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
καρμπόν < γαλλική carbone < λατινική carbo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (καίω) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά papier carbone)
Στα ελληνικά το καρμπόν λέγεται αποτυπωτικό χαρτί.
Νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί: Δεν μπορείς να τους μετακινείς σαν πιόνια μετά από 20 ημέρες
IRIS και Εφορία: Τι ισχύει όταν στέλνετε χρήματα σε παιδιά, συγγενείς και φίλους