Τις φορές που χρησιμοποιούμε τη λέξη «αποσβολωμένος», περιγράφουμε κάποιον που έχει εκπλαγεί από κάτι και παραμένει άφωνος, μαρμαρωμένος.
Συνώνυμες λέξεις είναι «εμβρόντητος».
Παράδειγμα
«Μαζωχτήκανε όλοι στην πλώρη, αποσβολωμένοι κι ανήμποροι να ξηγήσουνε τα όσα βλέπανε».