Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
ΑΤΜ στο εξωτερικό: Πώς θα καταλάβετε αν σας χρεώνουν έξτρα προμήθεια
13ος και 14ος μισθός: Στο Δικαστήριο της ΕΕ το ερώτημα για τα δώρα στο Δημόσιο