Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
Επίδομα συνταξιούχων: Ποιοι θα δουν 150 ευρώ επιπλέον και ποιοι θα λάβουν 400 ευρώ για πρώτη φορά
Πέφτουν οι σοβάδες, διώκονται οι δάσκαλοι: Στο Πόρτο Ράφτη η ευθύνη βρίσκει τον εύκολο στόχο