Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πώς τα χρήματά σας «φεύγουν» αθόρυβα από τον τραπεζικό σας λογαριασμό
Σπίτι με 50 ευρώ το μήνα για δημόσιους υπαλλήλους: Το νέο πρόγραμμα που αλλάζει τα δεδομένα
Alfavita Newsroom