Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Απολύθηκε αναπληρωτής με Airbnb στο όνομά του - Γιατί θεωρήθηκε «έμπορος»
Ανακοινώθηκε επίσημα ο 3ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός ΑΣΕΠ με νέα ύλη
Alfavita Newsroom