Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί οι Έλληνες με προθεσμιακές καταθέσεις είναι «μεγάλοι χαμένοι»;
Ποια γνωστή ηθοποιός παράτησε την τηλεόραση και έγινε δασκάλα σε χωριό της Αρκαδίας
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας
Alfavita Newsroom