Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί η ώρα έχει 60 λεπτά: Η αρχαία απόφαση που «ρυθμίζει» ακόμη τη ζωή μας
Υπ. Παιδείας: Καταβολή αποζημίωσης σε εκπαιδευτικό μετά από 14 χρόνια. Ο λόγος
Σχολεία: Πέντε μέρες χωρίς μαθήματα μετά το Πάσχα - Το πρόγραμμα
Alfavita Newsroom