Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τι σημαίνει η λέξη «φανφάρα» και από πού προέρχεται
Εκπαιδευτικοί: Πότε θα πιστωθεί στο λογαριασμό τους η μισθοδοσία
Μειώσεις στη στρατιωτική θητεία: Πόσους μήνες θα υπηρετούν οι φαντάροι με τον νέο νόμο
Alfavita Newsroom