Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήνυση Διευθυντή σε 4 εκπαιδευτικούς: Το σχολείο μπροστά σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι!
Επίδομα 300 ευρώ: Διευρύνονται οι δικαιούχοι – Πότε πληρώνεται και ποιοι το λαμβάνουν
Alfavita Newsroom