Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
Δράμα: Πέθανε η μητέρα του αστυνομικού όταν έμαθε για τη γυναικοκτονία και την αυτοκτονία
Υπουργείο Παιδείας: Μέσω gov.gr η ανάληψη υπηρεσίας για τους εκπαιδευτικούς