Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ρεύμα: Η ηλεκτρική συσκευή που μπορεί να καίει όσο 65 ψυγεία μαζί
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Alfavita Newsroom