Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
ΑΣΕΠ 6Κ/2026: Κλείδωσε η νέα προκήρυξη για 317 μόνιμες προσλήψεις στα νοσοκομεία
Υπουργείο Παιδείας: Μέσω gov.gr η ανάληψη υπηρεσίας για τους εκπαιδευτικούς