Η λέξη κουλ είναι μεταφορά της αγγλικής cool.
Στα ελληνικά ο cool ψύχραιμος, ο χαλαρός.
- cool {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool {ουσ.} ψυχραιμία
- cool {επιθ.} δροσερός
- cool down {ρ.} κρυώνω ηρεμώ κατευνάζω
- cool off {ρ.} ηρεμώ δροσίζομαι
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ηλεία: Νεκρός ο 13χρονος μαθητής που οδηγούσε πατίνι και συγκρούστηκε με αυτοκίνητο
ΑΣΕΠ 1ΕΑ/2025 και 4ΕΑ/2025: Οι οριστικοί πίνακες εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής
Alfavita Newsroom