Το ελληνικό σινεμά και η δεκαετία του '90
Γράφει η Ξένια Πηρούνια για το cinemood.gr

«Κάποτε υπήρχε ελάχιστο παρόν, όσο ακριβώς χρειαζόταν ώστε να μην ξεχνιέται η μέρα, να μην λυγίζει κάτω από το βάρος των αιώνων. Τότε ήταν συμπαθητικό το παρόν, ήταν ντροπαλό, άκουγε τους μεγαλύτερους του, περίμενε την σειρά του, δεν έβγαζε γλώσσα, δεν κρατούσε κακία, έλεγε τον πόνο του. Τότε ήταν τρυφερό το παρόν γιατί είχε καεί η γούνα του από τον έρωτα. Είχε αποφασίσει να είναι ευγενικό, να στέκεται στην άκρη και να παρατηρεί, να μην προδίδει έτσι εύκολα τα βάσανά του να μην διεκδικεί έτσι εύκολα τα δικαιώματά του, να μην χτυπάει το ποδαράκι του στο πάτωμα, να μην μουτρώνει, να μην κακολογεί, να μην γκρινιάζει.»

― Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος, 1999

Δεν υπάρχει ο χώρος σε ένα τέτοιο κείμενο να αναλυθεί η πορεία του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου, η ασφυκτική λογοκρισία της Χούντας που διέκοψε την ομαλή μετάβαση από τον Παλιό στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο (ΝΕΚ), τα περιοδικά Σύγχρονος Κινηματογράφος και Οθόνη (Θεσσαλονίκη) που αποτελούσαν το θεωρητικό οπλοστάσιο του ΝΕΚ, ούτε και η έκρηξη της ελληνικής avant-garde τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ή την επίδραση και τα στοιχεία που κληρονομεί στον ελληνικό κινηματογράφο από το 1990 και μετά. Θα αναφέρουμε μονάχα ότι κυρίως από τις αρχές του 1970 με την εμφάνιση του Θ. Αγγελόπουλου με την «Αναπαράσταση»,1971,  του Π. Βούλγαρη με το «Προξενιό της Άννας», 1972, αλλά και η «Ευδοκία», 1971, του Αλ. Δαμιανού δημιουργούν το έδαφος για την ανάπτυξη ενός σινεμά του δημιουργού (auteur) με κεντρικό πυρήνα το αίτημα της ελληνικότητας. Στην ουσία πρόκειται για την εμφάνιση και στην Ελλάδα, των αρχών του Γαλλικού νέου κύματος, του Βρετανικού «free cinema», του Λατινοαμερικάνικου «Τρίτου Κινηματογράφου» συμπεριλαμβανομένου του βαζιλιάνικου «Σίνεμα Νουόβο» και βέβαια των Ιταλών δημιουργών  της ίδιας περιόδου. Σαν τάση είναι επηρεασμένη σαφώς από τα εθνικοαπελευθερωτικά και ριζοσπαστικά κινήματα που συγκλονίζουν τον κόσμο στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

a_0.jpg

Η δεκαετία του ’90 είναι η εποχή του Σύγχρονου Ελληνικού Κινηματογράφου, ο οποίος ακροβατεί ανάμεσα σε εμπορικές και καλλιτεχνικές παραγωγές, προσπαθεί να ξαναδημιουργήσει τη σχέση του με το κοινό, που από την δεκαετία του ’80 με την κυριαρχία της βιντεοκασέτας, τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης και την πλειάδα προγραμμάτων και τηλεοπτικών σειρών αμερικάνικης ραφής, φαίνεται να έχει πάρει διαζύγιο. Ο κινηματογράφος μπολιάζεται από την αισθητική της παντοδύναμης πια τηλεόρασης, και παράγει «εύληπτες» ταινίες, ως επί το πλείστον κωμωδίες με γρήγορους ρυθμούς και διάλογους διαφημιστικού τύπου. Αλλά και οι αίθουσες προσαρμοζόμενες στα κελεύσματα των καιρών, γίνονται μέρος της νέας πολυδύναμης μαζικής διασκέδασης (εμπορικά κέντρα).

Πολλοί κριτικοί και θεωρητικοί του κινηματογράφου ορίζουν ως Σύγχρονο Κινηματογράφο ένα ρεύμα που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ανομοιογενές τις περισσότερες φορές ειδολογικά και μορφικά, που αρχίζει να στρέφει το βλέμμα του στην αναπαράσταση κοινωνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων που βρίσκονται σε σύγχυση («Όλα είναι δρόμος», 1998, Π.Βούλγαρης).

μπουλας

Αρχίζει να εικονογραφεί επίσης την μικροαστική κλίση στην «κομπίνα» με μια αμπελοσοφική και περιπετειώδη διάθεση («Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», 1992, Σ. Τσιώλης, «Βαλκανιζατέρ», 1996, Σ.Γκορίτσας), τα προσωπικά αδιέξοδα που πολλές φορές παρουσιάζονται ως ανάλογα των κοινωνικών αδιεξόδων της εποχής του «τέλους των ρομαντικών εποχών» ή ακόμη και ιστορίες ενηλικίωσης και κριτικής σε ένα σύγχρονο κόσμο που ξερνάει όσους θεωρεί περιθώριο τη στιγμή που αφομοιώνει άλλους («Απόντες», 1998, Ν. Γραμματικός).

Όσον αφορά το ζήτημα της σχέσης του κινηματογράφου της εποχής με την πολιτική ιστορία, αυτή είναι σαφώς πιο «χαλαρή» και πιο ελεύθερη και ίσως και πιο προσωπική από τον αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Μερικά παραδείγματα:  Ο Εμφύλιος που αφηγείται στον  «Ηνίοχο», 1994, ο Αλ. Δαμιανός δεν είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε αριστερούς και δεξιούς. Πρόκειται για μια μάχη που δίνουν η γενναιότητα, η ακεραιότητα, το κάλλος με την αρχαία έννοια και η χυδαιότητα, η χαμέρπεια όσων άγονται από τα πιο ταπεινά τους πάθη. Στο «Τέλος Εποχής», 1994, ο Αν. Κόκκινος αντιμετωπίζει το ζήτημα της πολιτικής ιστορίας με λιγότερο οντολογικές ανησυχίες και περισσότερο παιγνιώδες, περιπετειώδες ενδιαφέρον. Ταινίες που προσεγγίζουν το ζήτημα της ελληνικότητας που τόσο έχει ταλαιπωρήσει την ελληνική τέχνη γενικότερα είναι μεταξύ άλλων το  «Μπάιρον: Mπαλάντα ενός δαιμονισμένου», 1992, του Ν. Κούνδουρου. Ο Δήμος Αβδελιώτης μετά το εκπληκτικό, ρεαλιστικό και μυθικό μαζί «Το δέντρο που πληγώναμε», 1987, επιστρέφει το 1999 με το «Η εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων», 1999, που μέσα από τον ιδιότυπο νατουραλισμό του ανατέμνει την τοπική-εθνική ταυτότητα και το ζήτημα της ελληνικότητας με έναν έντονο ηθογραφικό αναστοχασμό.

c_0

Αρκετοί σκηνοθέτες της δεκαετίας του ’90 στρέφουν το βλέμμα στο σημαντικό ζήτημα της κοινωνικής ετερότητας και εδώ είναι που ρίχνεται κι ένας σπόρος για την περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της θεματικής τις επόμενες δεκαετίες. Δεν διακωμωδείται πλέον ο «κακόμοιρος» εσωτερικός μετανάστης όπως στον Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο (ΠΕΚ) αλλά θα αποδοθεί εξέχουσα δραματική θέση στο μεταναστευτικό ρόλο – τόσο του έλληνα μετανάστη στο εξωτερικό, όσο κυρίως εκείνου που έρχεται σε ελληνικό έδαφος ως ξένος. Ο κατάλογος των σχετικών ταινιών είναι μακρύς ήδη από τη δεκαετία του ΄70 μέχρι σήμερα: «Το προξενιό της Άννας», 1972, Π. Βούλγαρης, «Η φωτογραφία», 1986, Ν. Παπατάκης,  «Απ’ το χιόνι», 1993, Σ. Γκορίτσας, «Μιρουπάφσιμ», 1997, Γ.Κόρρας και Χ.Βούπουρας, «Απ’ την άκρη της πόλης» ,1998  και « Όμηρος», 2005 του Κ.Γιάνναρη.

Ο Γιάνναρης θα δώσει πραγματικά νέο αίμα στον ελληνικό κινηματογράφο ασχολούμενος με επίκαιρα, κοινωνικά ζητήματα (μεταναστευτικό, αστυνομική βία) και όλα αυτά με έναν αληθινά καινούργιο, νευρώδη και ανανεωτικό τρόπο που θέτει διαχωριστικές γραμμές ακόμη και στα άτομα που ανήκουν στην ίδια κοινότητα. Κάτι που αργότερα θα κάνει με ευφυή τρόπο και ο Πάνος Κούτρας («Xenia», 2014).

Οι αναπαραστάσεις αυτών των ταινιών για τη μετανάστευση, είτε αφορά τον ξενιτεμό των Ελλήνων (δεκαετίες του ’70 και του ’80) ή την έλευση ξένων μεταναστών στην Ελλάδα (δεκαετία του ’90 και ύστερα), αφαιρούν σχεδόν κάθε ανάλαφρη αναφορά στο μεταναστευτικό ζήτημα και του αποδίδουν την πολιτική βαρύτητα που δεν έλαβε στο κινηματογραφικό παρελθόν. Η τριλογία των συνόρων του Θ. Αγγελόπουλου επίσης μπορεί να ενταχθεί σε αυτήν την κατηγορία: «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», (1991), «Το βλέμμα του Οδυσσέα», (1995) και «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», (1998).

αγγελοπουλος

Παλιότεροι δημιουργοί («Κοσμικό Ανατομείο»1993, «Κάθε Σάββατο», 1999 του Β. Βαφέα, «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», 1993 του Ν.Παναγιωτόπουλου, «Το κορίτσι με τις βαλίτσες», 1994, «Θα σε δω στην κόλαση, αγάπη μου», 1999,του  Ν.Νικολαΐδη, «Άντε γειά», 1991 του Γ.Τσεμπερόπουλου) παραμένουν ενεργοί και πιστοί σε ένα πιο προσωπικό ύφος. Στη δεκαετία του ’90 το ελληνικό σινεμά κερδίζει μια σημαντική παγκόσμια διάκριση. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γίνεται και επισήμως «διεθνής» με την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998), ελληνική δημιουργία που κερδίζει για πρώτη —και μοναδική μέχρι σήμερα που είναι υποψήφιος ο Γιώργος Λάνθιμος με το «Η Ευνοούμενη», 2018— φορά το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Πάντως, η συνύπαρξη ταινιών τέχνης με πιο εμπορικές παραγωγές δεν καταφέρνει να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή, που δείχνει να βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής.

Ένα νέο είδος που εμφανίζεται έντονα αυτή την δεκαετία είναι η σεξοκωμωδία, που συνδύασε, με σχηματικό τρόπο, την κωμωδία με τον ερωτισμό και πραγματοποίησε μια σχεδόν ισοπεδωτική εμφάνιση στο κινηματογραφικό στερέωμα, ιδιαιτέρως, μετά τη διανομή του «Safe sex», 1999 (Μ.Ρέππας- Θ. Παπαθανασίου) που ξεπέρασε τα 1.000.000 εισητήρια!  Συνήθως οι σύγχρονες ελληνικές σεξοκωμωδίες ακολουθούν συγκεκριμένους αισθητικούς κανόνες, με απλοϊκό σενάριο και κακή αισθητική. Ενώ θα μπορούσαν να είναι αιχμηρές και ηθικο-ιδεολογικά προκλητικές ταινίες («Ο Δράκουλας Των Εξαρχείων» στα 80ς) λόγω της επιλογής τολμηρών ερωτικών θεμάτων με αναπόφευκτες κοινωνικές προεκτάσεις, παρόλα αυτά επιλέγουν την πεζότητα και τη χείριστη έκφραση του σεξισμού στον κινηματογράφο.

Αυθεντικός και ριζοσπαστικός queer κινηματογράφος του '90 

«Πρέπει να απορροφηθώ από την αγάπη όπως απορροφάται κάποιος από τον πάγο, τη λάσπη ή το φόβο»
Ζαν Ζενέ

Υπάρχει ένας επιπλέον λόγος για το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η δεκαετία του 1990 στον ελληνικό κινηματογράφο. Βιώνοντας θα έλεγε κανείς την ενηλικίωσή του, τη δεκαετία του ’90, το ελληνικό queer σινεμά σπάει τους δεσμούς με το παρελθόν και αποκρυσταλλώνεται, κοιτώντας με αυθεντικό και απόλυτα ανατρεπτικό τρόπο την ομοφυλοφιλία. Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, ο Χρήστος Δήμας και ο Πάνος Χ. Κούτρας είναι από τους πρωτεργάτες.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αναφέρουμε ενδεικτικά: η μικρού μήκους ταινία ντοκιμαντέρ «Τρώες», 1990, το δραματικό road movie «North of Vortex», 1991, η πειραματική μικρού μήκους «Caught Looking», 1991,όπου ο Γιάνναρης χρησιμοποιεί ευφυώς την ανερχόμενη μυθολογία της virtual reality προκειμένου να «αποσυναρμολογήσει», με την ανάδειξή τους εντός πεδίου, τις κάθε είδους σεξουαλικές φαντασιώσεις της ομοφυλόφιλης επιθυμίας.

e_0

 Ακολουθούν το «Μία θέση στον ήλιο», 1994 και πάλι του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, το σπονδυλωτό «Τέσσερα», 2000,  του Χρήστου Δήμα και τα μικρού μήκους φιλμ «Ένας ουρανός γεμάτος αστέρια», 1995, «Tender», 1997, «Ανάσα», 1998 και «Αμερικάνος», 1999, καθώς και το εξωφρενικά απολαυστικό «Η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα (1999), που πραγματεύονται τα queer ζητήματα με τρόπο αυθεντικό, παθιασμένο και απογυμνωμένο από κάθε είδους σύμβαση. Είναι η εποχή στην οποία οι ελληνικές queer ταινίες αναγνωρίζονται καλλιτεχνικά και βραβεύονται σε όλο τον κόσμο.

f_0

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση να αναφέρουμε πως από τις πιο σημαντικές ταινίες της δεκαετίας είναι επίσης το πολυβραβευμένο «Ο Κήπος του Θεού» (1994) του Τάκη Σπυριδάκη που ιχνογραφεί τα ασφυκτικά πλαίσια της καθημερινής ζωής των φυλακισμένων, με κυρίαρχα στοιχεία τον ανθρώπινο πόνο και τη φιλία. Ο Παντελής Βούλγαρης σημαδεύει επίσης αυτήν την δεκαετία με την ανθρωποκεντρική σπονδυλωτή ταινία του «Όλα είναι δρόμος» του 1998 αλλά και με το «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», 1991.

Η Φρίντα Λιάπα με το φιλμ «Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης», 1992, μας δίνει μια πολιτική αλληγορία όπου η νεαρή ιδιοκτήτρια ενός ξενοδοχείου συνάπτει ερωτική σχέση με έναν άντρα απ' το παρελθόν της, ανακαλώντας στη μνήμη ένα τραύμα απ' την παιδική ηλικία.

Ο φόβος ενός ιού που επηρεάζει τα κέντρα της μνήμης αποτελεί έμμεσο πολιτικό σχόλιο για το ελληνικό '89. Η Λιάππα εισάγει κυκλική κινηματογράφηση και καταγράφει παθιασμένες συνευρέσεις, σπηλιές και αρχαία ερείπια, σε πλάνα γεμάτα πέτρες, όπως στους πίνακες του Σόρογκα. Αξιοπρόσεκτη η πρωτότυπη μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, με ατονικές συνθέσεις για κλαρινέτο, επιρροής Χάνς Άισλερ, που προσδίδουν μυστήριο και αγωνία. Τους στίχους των λαϊκών σουξέ υπογράφει η Λίνα Νικολακοπούλου.

Η Τώνια Μαρκετάκη γυρίζει το 1993 την ταινία «Κρυστάλλινες Νύχτες», μια ταινία για τον έρωτα, τον απόλυτο έρωτα, για τον έρωτα που ξεπερνάει τους φραγμούς του χρόνου, που μένει αγέρωχος εκεί που τα πάντα υποκλίνονται, για τον έρωτα που, όπως στο Άσμα Ασμάτων, αγγίζει τα όρια της θρησκευτικής λατρείας.

g_0

 Η Αντουανέττα Αγγελίδη γυρίζει την ταινία «Ώρες- Μια τετράωρη ταινία», 1993, όπου παραμένει πιστή στην προσωπική της άποψη για την κινηματογραφική της αισθητική , που είναι περισσότερο εικαστική παρά κινηματογραφική. Η Αγγελίδη μαζί με τον Κώστα Σφήκα είναι οι μόνοι Έλληνες Κινηματογραφιστές που αρνούνται με πείσμα κάθε προσαρμογή τόσο στους αριστοτελικούς κανόνες αφήγησης όσο και στους κανόνες της αποστασιοποιητικής, μπρεχτικής αφήγησης που θα σημαδέψει κάθε αφηγηματικό μοντερνισμό.

Το 1992, ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Καρυπίδης μεταφέρει στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη «Πεθαμένο λικέρ» όπου αφηγείται ένα ερωτικό θανατερό παιχνίδι τριών παιδιών στην Κυψέλη, στο τέλος της δεκαετίας του ’50.  Ο Δημήτρης Ινδαρές το 1996 γυρίζει τον «Τσαλαπετινό του Γουαϊόμινγκ» ένα φιλμ απλό σεναριακά αλλά περίπλοκο στη φόρμα μας μου ο Ινδαρές είναι ένας εστέτ του σινεμά. Ο κατάλογος είναι μεγάλος όσον αφορά τον καλλιτεχνικό αλλά και τον εμπορικό κινηματογράφο και δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ.

Η θεματολογία που κυρίως θα απασχολήσει τον κινηματογράφο των επόμενων χρόνων μέχρι και σήμερα (η μοναξιά και η απομόνωση σε αντιπαραβολή με τη χρήση του διαδικτύου, η παθολογία της παραδοσιακής οικογένειας κυρίως με την κριτική σε ένα αυταρχικό-πατριαρχικό περιβάλλον, η αποδοχή και η εξοικείωση με το τρίτο φύλο, η γενιά της εργασιακής απορρύθμισης, η καταβαράθρωση του ευρωπαϊκού ονείρου, η οικονομική κρίση και οι συνέπειές της στην καθημερινότητα), είναι ζητήματα που ανιχνεύονται στις αναζητήσεις των κινηματογραφιστών της δεκαετίας του 1990 και αναπτύσσονται αργότερα.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Παρακαλώ, Γυναίκες, μην Κλαίτε (1992| 88΄)

Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης, Χρήστος Βακαλόπουλος

Πρωταγωνιστούν: Δημήτρης Βλάχος, Αργύρης Μπακιρτζής,  Δώρα Μασκλαβάνου

τσιωλης

Ένα χωριό της Αρκαδίας καλεί ένα «διάσημο» αγιογράφο και τον βοηθό του, τους Θεοφάνη και Θεοδόσιο (Αργύρης Μπακιρτζής και Δημήτρης Βλάχος), να αποκαταστήσουν τις φθαρμένες τοιχογραφίες ενός ιστορικού ναού. Ο Θεοφάνης είναι ερασιτέχνης αστρονόμος και ο Θεοδόσιος ασχολείται με διάφορες κομπίνες. Κοντά τους θα μαθητεύσει, στην υψηλή τέχνη, μια νεαρή κι αγνή κοπέλα (Δώρα Μασκλαβάνου). Ο κόσμος συρρέει στην εκκλησία, προσφωνώντας τους αγίους, εκείνοι όμως στην πραγματικότητα είναι δύο μικροαπατεώνες, οι οποίοι αμπελοφιλο-σοφούν, παρατηρούν με το τηλεσκόπιο τις καμπύλες των γυναικών και διοργανώνουν μια σικέ δημοπρασία. Με την έλευση του χειμώνα, τα θαύματα θα πάρουν τέλος, και κάθε κατεργάρης θα γυρίσει στον πάγκο του.

ts

Απόντες (1996| 115΄)

Σκηνοθεσία: Νίκος Γραμματικός

Πρωταγωνιστούν: Νίκος Γεωργάκης, Αντώνης Αντωνίου, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Ευγενικός

apontes

Καλοκαίρι του 1987. Έξι φίλοι από τη Σαλαμίνα συναντιούνται σε μια καφετέρια του νησιού. Στη συνέχεια, σταδιακά μέσα σε μια επταετία, βιώνουν την ωρίμανσή τους ως απομάκρυνση απ’ τον παράδεισο της εφηβικής ανεμελιάς, καθώς και η μεταξύ τους συναισθηματική επαφή αρχίζει σιγά-σιγά να φθίνει. Αντιλαμβάνονται πως δεν είναι πια το επίκεντρο του κόσμου και ότι έχουν απορροφηθεί από το κοινωνικό σύστημα που δεν αστειεύεται. Χρόνο με το χρόνο, οι συναντήσεις τους γίνονται όλο και πιο αραιές, και κάθε φορά η επιστροφή τους στο νησί κουβαλά τα ίχνη των διαφορετικών πλέον προσωπικών τους εμπειριών που όλο και περισσότερο φέρουν τα σημάδια της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Βιώνουν αυτή την αλλαγή ως είδος φθοράς και διαφθοράς. Συνάμα, η αυτονόητη φιλία τους ξεθωριάζει αναπόφευκτα. Στο τέλος γίνονται σχεδόν ξένοι μεταξύ τους. Ένα μέλος της παρέας, μην αντέχοντας την όλη κατάσταση, θα οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

 Όλα είναι δρόμος (1998|121’ )

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Πρωταγωνιστούν: Δημήτρης Καταλειφός, Θανάσης Βέγγος, Γιώργος Αρμένης, Κώστας Καζανάς, Στέλλα Καζάζη

ola_einai_dromos

Τρία διαφορετικά επεισόδια αφηγούνται τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν τρεις άντρες, στο πλέον κρίσιμο σημείο της ζωής τους. Στην πρώτη ιστορία, με τίτλο «Χαρώνειο Νόμισμα», ένας αρχαιολόγος (Δημήτρης Καταλειφός) ξεκινά να συναντήσει τους φίλους του φαντάρου - αυτόχειρα γιου του (Κώστας Καζανάς), όταν ένα χρόνο μετά το τραγικό περιστατικό ανακαλύπτει σε ανασκαφή έναν ελληνιστικό τάφο, στην περιοχή των Φιλίππων. Στη δεύτερη ιστορία, «Η τελευταία Νανόχηνα», ο γερο-φύλακας (Θανάσης Βέγγος) του βιότοπου στο Δέλτα του Έβρου ξεναγεί δύο ορνιθολόγους στην περιοχή, και εκτελεί χωρίς δεύτερη σκέψη έναν λαθροκυνηγό που ευθύνεται για το φόνο της τελευταίας νανοχήνας. Στην τρίτη ιστορία, με τίτλο «Βιετνάμ», ένας ιδιοκτήτης (Γιώργος Αρμένης) μεγάλης επιχείρησης προσπαθεί μάταια να ξεχάσει τον καημό εξαιτίας του χωρισμού με τη γυναίκα του, διασκεδάζοντας σε ένα σκυλάδικο της επαρχίας. Αφού μεθύσει και σπάσει τα πάντα μέσα στο μαγαζί, θα το αγοράσει για να το καταστρέψει, ενώ χορεύει στο χωράφι με τη συνοδεία της τοπικής μπάντας. Η ταινία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Τάκη Κανελλόπουλου ενώ ο τίτλος «Όλα είναι δρόμος» είναι του ποιητή Γιάννη Τζανετάκη.

Από την Άκρη της Πόλης (1998 | 98΄)

Σκηνοθεσία: Kωνσταντίνος Γιάνναρης

Πρωταγωνιστούν: Στάθης Παπαδόπουλος, Θεοδώρα Τζήμου, Κώστας Κοτσιανίδης, Δημήτρης Παπουλίδης, Αιμίλιος Χειλάκης

m_0.jpg

Ο δεκαοκτάχρονος Σάσα και οι μικρότεροι σε ηλικία φίλοι του Κοτσιάν και Παναγιώτης βρίσκονται στο επίκεντρο μιας παρέας Ρωσοπόντιων μεταναστών από το Καζακστάν, που ζουν στο Μενίδι και ονειρεύονται να κατακτήσουν τον κόσμο. Ο Σάσα βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με τον πατέρα του, σταματά τη δουλειά που απεχθάνεται –σε οικοδομή–, και σπρώχνει τον Παναγιώτη στην αγκαλιά ενός πλούσιου νεαρού ομοφυλόφιλου, του Νίκου. Όταν ένας σωματέμπορος, ο Γιώργος, του ζητάει να φυλάξει την πόρνη Νατάσα ώσπου να βρει να την πουλήσει, αυτός την ερωτεύεται και την πηγαίνει σπίτι του. Ο πατέρας του όμως τους πετάει χωρίς δισταγμό στο δρόμο. Στο μεταξύ, ένας φίλος του πεθαίνει από νοθευμένη ηρωίνη αλλά και ο Παναγιώτης θα έχει την ίδια τύχη, καθώς προσπαθεί να δραπετεύσει από το διαμέρισμα του Νίκου, όπου έχει μπει για να κλέψει. Ο Σάσα ζητάει από τον Κοτσιάν να τους βοηθήσει να φύγουν από την πόλη αλλά εκείνος αναγκάζεται να τον προδώσει στον Γιώργο. Στη συμπλοκή που ακολουθεί, ο Σάσα σκοτώνει τον Γιώργο και συλλαμβάνεται απ’την αστυνομία, ενώ η Νατάσα ακολουθεί τη δικιά της μοίρα.

Πηγή: cinemood.gr

best of network

σχετικά άρθρα

Κίττυ Αρσένη: «Χοροπηδάγανε πάνω μου, πατούσαν στο στομάχι, ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια
Κίττυ Αρσένη: «Χοροπηδάγανε πάνω μου, πατούσαν στο στομάχι, ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια
Η μαρτυρία της ηρωικής Κίττυς Αρσένη, αδελφής του Γεράσιμου, για τα βασανιστήρια της χούντας
Κίττυ Αρσένη: «Χοροπηδάγανε πάνω μου, πατούσαν στο στομάχι, ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια