Σε αναβάθμιση της του αξιόχρεου της Ελλάδας κατά δύο βαθμίδες, σε ΒΒ- από Β, προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Fitch.
Στην ανάλυσή της η Fitch στέκεται στην επιτυχημένη ολοκλήρωση της τελευταίας αξιολόγησης που δρομολόγησε την «επιτυχημένη έξοδο» από το Μνημόνιο την μεθεπόμενη Δευτέρα.
Ο οίκος εκτιμά πως οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας ανάμεσα στο 2019 και το 2030 θα ανέλθουν στο 9% του ΑΠΕ, σαφώς καλύτερα από το όριο του 15%, ενώ επισημαίνει την δέσμευση των Ευρωπαίων να επανεξετάσουν την βιωσιμότητα του χρέους το 2033.
Η Fitch εμφανίζεται επίσης καθησυχαστική για τις ανάγκες που θα έχει η Αθήνα κατά την πρώτη μετα-Μνημονιακή τριετία, εκτιμώντας πως το δημοσιονομικό «μαξιλαράκι» που έχει συγκροτήσει η κυβέρνηση μπορεί να αρκέσει έως το 2022, δηλαδή για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από τους 22 μήνες που υπολογίζει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.
Σχετικά αισιόδοξες είναι οι προβλέψεις της Fitch και στο μέτωπο των δημοσιονομικών, όπου υπολογίζει πως η Ελλάδα θα χάνει οριακά τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 αλλά γενικότερα θα πετυχαίνει μέσο όρο 2,7% έως το 2030.
Εάν η χώρα μας πετύχει το 2,7% και πραγματική ανάπτυξη της τάξης του 1,6% το δημόσιο χρέος θα μειωθεί σταθερά στο 123,3% του ΑΕΠ έως το 2030, δηλαδή κατά σχεδόν εξήντα μονάδες, υποστηρίζει η Fitch.
Ο οίκος διαπιστώνει επίσης αυξημένη σταθερότητα του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, και σημαντική βελτίωση στην συνεργασία ανάμεσα στην Αθήνα και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς-πιστωτές.
Αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος απότομων ανατροπών των μνημονιακών μέτρων είναι μειωμένος, αναφέρουν οι αναλυτές, χωρίς όμως να αποκλείουν μερικές ανατροπές στο μέλλον υπό την πίεση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων.