H ματζιαούρα, ο σύγκριος, ο γκλας, το δει - Η άγνωστη ντοπιολαλιά της Σίφνου
Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα).

Η ΣΙΦΝΕΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα). Σχετικά με τα Τούρκικα, οι όποιες επιρροές προέρχονται από το πάρε-δώσε με την Οθωμανική διοίκηση (17ο αιώνας μέχρι και την επανάσταση του 21) και από την πολυπληθή Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Οθωμανική περίοδο δεν υπάρχει στη Σίφνο Τούρκικη εγκατάσταση. Αρκετές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη Σίφνο βρίσκονται και σε άλλα νησιά και έχουν καταγραφεί στο παρόν ιστολόγιο (Αμοργός, Κύθνος, Χίος, Κρήτη) αλλά και αλλού. Στο παρόν επέλεξα λέξεις και εκφράσεις που δεν βρίσκονται εύκολα (ή καθόλου) στα ψαχτήρια ή εντοπίζονται μόνο σε ιστότοπους ενδιαφέροντος Σίφνου. Για τα περισσότερα δεν γνωρίζω καλά την ετυμολόγηση και δεν είμαι βέβαιος για την ορθογραφία.

«αντάλοα». Επίρρημα που δηλώνει τον γνωστό τρόπο καθίσματος σε ένα υποζύγιο όπου τα δύο πόδια είναι δεξιά κι αριστερά στη σέλα όπως σε ένα δίκυκλο. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος καθίσματος στη Σίφνο είναι ο πλευρικός. Μια δική μου αδιασταύρωτη ετυμολόγηση βασιζόταν στο «σαν τα άλογα», επηρεασμένος περισσότερο από τα καουμπόικα που διάβαζα. [Τη λέξη δεν τη βρήκα στο Ιστορικό Λεξικό, το ΙΛΝΕ]

«γκλας (ο)». Βλάκας, ανόητος. «Αυτός είναι ολωσδιόλου γκλας». Αγνοώ την προέλευση. [Ούτε αυτή βρέθηκε στο ΙΛΝΕ]

«δει (το)». Φυσιογνωμία, φάτσα. «Το δει του (δ)ε μου ‘ρέσει». Η ετυμολογία του είναι σε μένα άγνωστη και η ορθογραφία που χρησιμοποιώ είναι αυθαίρετη.

[Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το απαρέμφατο «ιδείν». Από ανάλογα απαρέμφατα προέκυψαν ουσιαστικά όπως το φαγί (φαγείν), το φιλί (φιλείν) και το γαμήσι (γαμήσειν). Πώς θα το γράψουμε; Το φαγί το γράφουμε με γιώτα, διότι δεν συμμορφωνομαστε με την ετυμολογική προέλευση στα τέρματα των λέξεων (ούτε ο Μπαμπινιώτης). Άρα, το δι; Πολύ αδύνατο μου φαίνεται]

«εννιάς (ο)». Όρος από το παιχνίδι τσούνια (σχετικό λήμμα). Ο εννιάς είναι το τσούνι (κορίνα) που τοποθετείται στο κέντρο του τετραγώνου των εννέα και συνήθως έχει το μεγαλύτερο μήκος. Όταν κάποιος ρίξει μόνο τον εννιά παίρνει όλους τους πόντους. Χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάποιο εγχείρημα που έχει ιδιαίτερα καλό αποτέλεσμα. «Ήφερα τον εννιά». Επίσης, λόγω του μεγαλύτερου μήκους χρησιμοποιείται και για κάποιον που ξεχωρίζει στο πλήθος.

«ίχιτα». Επιφώνημα ευχαρίστησης σχετικά με την όσφρηση. Επειδή, συνήθως, προηγείται ένα παρατεταμένο μμμ! νόμιζα ότι η λέξη είναι «μίχιτα». Βρίσκεται και σε άλλα νησιά αλλά και στη Μάνη. Δεν έχω ιδέα για την ετυμολογία του και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για την ορθογραφία του. Το αντίθετο του «ίχιτα» είναι το «φούχι» το οποίο επίσης βρίσκεται και σε άλλα νησιά. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε ένας Σιφνιός βουλευτής τον οποίο δεν επανεξέλεξαν οι συμπατριώτες του, αν και λέγεται ότι είχε κάνει σημαντικό έργο στο νησί. Μυρίζοντας τις μυρωδιές από τη Σιφνέικη ύπαιθρο και προφανώς πικραμένος από το εκλογικό αποτέλεσμα, φέρεται ότι ανέκραξε. «Ίχιτα Σίφνος, φούχι Σιφνιοί!» Ενίοτε, το τσιτάτο, χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

[Μου είναι οικείο αλλά περιέργως ο Κάσσης στο μανιάτικο λεξικό του δεν το έχει, τουλάχιστον ως ίχιτα ή ήχιτα -έχω μονο τον πρώτο τόμο. Λέγεται και «ίχιτας!» Νομίζω ότι σφάλλει ο Σουλιώτης που το ερμηνεύει «που είχατε»

«καμαράδος». Φίλος, σύντροφος. Ίσως υπάρχει και αλλού (στο internet υπάρχει σε κείμενα από τη Μύκονο). Στο παρόν ιστολόγιο εμφανίζεται στην ανάρτηση: https://sarantakos.wordpress.com/2013/10/20/heideck/ οπότε μπορεί και να ανιχνευθούν αρχικές αναφορές. Καμαραδιά: φιλία. «Με τον αφέντη σου είχαμε καμαραδιές στα νιάτα μας».

«καμήλα». Ο μασκαράς στις Απόκριες. Ίσως από είδος μεταμφίεσης (γκαμήλα) που συνηθιζόταν στην Ελλάδα το 19ο αιώνα.

«Άλλοι για τις απόκριες, λίγο και μόνου-μόνου,

κι άλλοι καμήλες ντύνονται ολοχρονίς του χρόνου»

[Η (γ)καμήλα ήταν πρωταγωνιστικό αποκριάτικο δρώμενο σε όλη ίσως την Ελλάδα, πάντως σε πάρα πολλά μέρη]

«κούκλος». Όρος από το παιχνίδι τσούνια (σχετικό λήμμα). Όταν κάποιος αστοχεί τελείως και δεν ρίχνει ούτε ένα τσούνι στην πρώτη βολή, αναφωνούμε «κούκλος!» και πέφτει η σχετική καζούρα. Μου είναι άγνωστο πώς έγινε η σύνδεση της λέξης με την άστοχη βολή. Μεταφέρεται και στην καθημερινότητα και εννοεί την αποτυχημένη προσπάθεια σε κάποιο εγχείρημα: «Ηπήα στο συνεταιρισμό αλλά ήκαμα κούκλο. Ήτανε κλειστός».

«κουμπώ». Πεθαίνω, τα τινάζω. Από το ακουμπώ. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με το λατινικό accubo που σημαίνει πλαγιάζω. «Γιάντα σημαίνουνε; Ηκούμπησε κανείς;».

[Ναι, το ακουμπώ ανάγεται στα λατινικά]

«κουντήσεις (έλα να)». Το «κούντημα» είναι όρος από το παιχνίδι τσούνια (σχετικό λήμμα). Αναφέρεται στη δεύτερη προσπάθεια που έχει κάποιος για να ρίξει τα τσούνια που δεν έχουν πέσει μετά την πρώτη βολή. Πιθανόν να προέρχεται από το σκούντημα (ώθηση) λόγω του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο γίνεται αυτή η δεύτερη προσπάθεια. Ο παίκτης δεν ρίχνει τη δεύτερη βολή από μακριά αλλά εξ’ επαφής, πάνω από τη διάταξη των εναπομεινάντων όρθιων τσουνιών. Αυτός που κάνει κούκλο στην πρώτη βολή δεν έχει δικαίωμα να κουντήσει. Το «έλα να κουντήσεις» αναφέρεται μεταφορικά στην καθημερινότητα όταν καλείται κάποιος να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις.

«λίλιρη (η)». Η ιλαρά. Βρίσκεται και στη Νάξο. Χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν κάνει υπερβολική ζέστη οπότε «χύνουμε τη λίλιρη».

[Λοιπόν, χάρη στο λήμμα αυτό ξεδιαλύνω την απορία ενός φίλου που ρωτούσε γιατί λένε λίλιρο στην Ικαρία το λιοπύρι. Κι ενώ ήξερα τη λίλιρη και τη φράση «Ήχυσε ντη λίλιρη = έβγαλε την ιλαρά» δεν πήγε το μυαλό μου, αλλά τώρα έπεσε η δεκαρίτσα (the penny has dropped)! Επειδή για να γιατρέψεις την ιλαρά κατά τη λαϊκή σοφία πρέπει να ιδρώσεις πολύ, έφτασε η λίλιρη να δηλώνει και την πολλή ζέστη -και από εκεί στην Ικαρία έγινε το λίλιρο χωρίς πια να σημαίνει καθόλου την ιλαρά. Μένει βέβαια να βρούμε πώς ετυμολογείται η λίλιρη = ιλαρά]

«μαντζιαούρα (η)». Η ταϊστρα των ζώων. Θα σχετίζεται με το ιταλικό «mangiare». Υπάρχει σε καταγραφή του Ν. Πολίτη από παραμύθι από τη Σίφνο.

[Λογικό είνα να σχετίζεται με το mangiare]

«ποιώ». Σκαρώνω δίστιχα της στιγμής. Στη Σίφνο δεν χρησιμοποείται ο όρος «μαντινάδα» για τα αυτοσχέδια ιαμβικά δεκαπεντασύλλαβα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Για ένα τέτοιο δίστιχο χρησιμοποιείται ο όρος «ποιητικό» (ή «τραγούδι»). Οπότε το «ποιώ» σημαίνει φτιάχνω ποιητικά. «Πώς τα περάσατε στο πανηγύρι; Ηποιήσατε καθόλου;»

«σύγκριος». Ο ερωτικός αντίζηλος. Αναφέρεται στις περιπτώσεις που υπάρχουν πάνω από ένας διεκδικητές για μια κοπέλα. Αυτοί λέγονται σύγκριοι. Στη βίκι υπάρχει η Μανιάτικη εκδοχή για το θηλυκό «σύγκρια» με πιο περίεργη έννοια. Η Σιφνέικη που ξέρω εγώ είναι, σαφέστατα, αθώα.

[Η μανιάτικη σύγκρια είναι η δεύτερη γυναίκα που έπαιρνε εθιμικά ο μανιάτης άρχοντας, για να του κάνει διάδοχο, αν η νόμιμη γυναίκα του δεν έκανε αγόρια (ή δεν έκανε καθόλου παιδιά). Οι άντρες στη Μάνη δεν ήταν ποτέ στείροι, ως γνωστόν. Η σύγκρια έχει ετυμολογηθεί από το συν+κυρά ή συν+γριά. Με τους σιφνιούς σύγκριους ενισχύεται η προέλευση από το συν+κυρά]

«τ’ αήπου». Άσκοπα, χωρίς λόγο, στην τύχη. «Ούτε και ξέρω ίντα κάνω. Πάω τ’ αήπου». Το «π» προφέρεται όπως στην Κύπρο, κάτι σαν «πφ». Άγνωστης σε μένα ετυμολογίας και δεν ξέρω ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής του.

«τσιλιά (η)». Ζαβολιά, κυρίως στα παιδικά παιχνίδια. Προφέρεται «τσιγκιά». Ο ζαβολιάρης είναι ο «τσίλης» (διπλό λ).

«τσιούρι (το)». Τρισύλλαβη (τσι-ούρι). Ευλύγιστη λεπτή βέργα που χρησιμοποείται ως μαστίγιο για τα μουλαρογάδουρα από τον καβαλάρη. Ενίοτε χρησιμοποείται και σε άτακτους πιτσιρικάδες. Από προσωπική πείρα, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τσούζει.

«τσούνια (τα)». Παιχνίδι που μοιάζει με το μπόουλινγκ και παίζεται με εννιά ξύλινες κορίνες, τα τσούνια. H ετυμολογία της λέξης «τσούνι» μού είναι άγνωστη. Το παιχνίδι παίζεται και στην Άνδρο με τους ίδιους σχεδόν κανόνες. Εν συντομία, τα εννιά τσούνια τοποθετούνται όρθια σε διάταξη τετραγώνου και ο παίκτης προσπαθεί να τα ρίξει πετώντας μια ξύλινη μπάλα από κάποια απόσταση. Έχει μέχρι δύο προσπάθειες. Στη Σίφνο, το παιχνίδι παίζεται τις Κυριακές, από την Κυριακή της Ορθοδοξίας μέχρι και την Κυριακή του Πάσχα. Παίζεται από τη νεολαία και οι διαγωνιζόμενοι χωρίζονται σε ζευγάρια, ένα νέο και μια νέα. Ο κάθε νέος διαλέγει τη νέα που θα είναι ταίρι του (πουλί) με κριτήριο -τάχα μου, τάχα μου- την επιδεξιότητα αλλά, στην ουσία, επιλέγει με βάση αγνότερα αισθήματα. Τα τσούνια ήταν μια αφορμή για να εκφραστούν ερωτικές συμπάθειες δημόσια. Μερικά από την ορολογία του παιχνιδιού έχουν μεταφερθεί στην καθημερινή ζωή για να εκφράσουν διάφορες καταστάσεις όπως αναφέρεται στα σχετικά λήμματα.

«Σε καθιστώ προσεκτικό όταν θα παίζεις τσούνια

να μην πετάς τη μπάλα σου απάνω στα πιτσούνια»

«χοιροβοσκός (ο)». Είδος χόρτου του βουνού που τρώγεται. Υπάρχει και σε άλλα νησιά. Ο Σιφνιός έχει έρωτα και πάθος με το χοιροβοσκό και έχουν γραφτεί κατεβατά, ιδιαίτερα από ξενιτεμένους που τους νοσταλγούν. Η ορθογραφία παραμένει μυστήριο. Όλες οι γραφές-πλην «ι»- που αποδίδουν τον φθόγγο μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για κάθε μια μπορεί να βρεθεί αιτιολόγηση, αν θεωρηθεί το δόγμα ότι η ορθογραφία (πρέπει να) σχετίζεται με την ετυμολόγηση. Εγώ χρησιμοποιώ το «οι» γιατί μου έχει κολλήσει από τα παιδικάτα μου συνδέοντάς το -χωρίς προφανή λόγο-με το χοίρο. Αυτή η ορθογραφία υπάρχει και σε κείμενα περασμένων δεκαετιών. Πρόσφατα έχει προταθεί η γραφή με -υ-, εκ του «γύρω».

«Χερρόνησο ως του Κοντού μια ομορφιά είναι παντού,

οι χοιροβοσκοί κι οι σκίνοι μυρωδιά έχουν και κείνοι»

«Ω-γού!». Επιφώνημα που εκφράζει δυσάρεστη έκπληξη ή ξάφνιασμα. Κυρίως το λένε γυναίκες· οι άντρες το χρησιμοποιούν πιο πολύ με ειρωνική διάθεση. Λέγεται είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλες λέξεις: «Ω-γού σε μένα! Ίντα ‘ναι αυτά τα πράματα;» Στο διήγημα «Γυνή πλέουσα» του Παπαδιαμάντη υπάρχει το επιφώνημα «Γου!» με παρόμοια σημασία.

Διαβάστε και άλλα κείμενα του Ν. Σαραντάκου ΕΔΩ

best of network

σχετικά άρθρα