Οι δυσκολίες στελέχωσης του ΕΣΥ, τα προβλήματα προσέλκυσης εκπαιδευτικών, γιατρών, διασωστών του ΕΚΑΒ και άλλων δημοσίων λειτουργών αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου φαινομένου: μιας κοινωνίας όπου ολοένα και περισσότεροι νέοι θεωρούν ότι ορισμένα επαγγέλματα δεν εξασφαλίζουν πλέον αξιοπρεπή διαβίωση.
Πέρυσι περίπου 400 από τις 1.400 διαθέσιμες θέσεις στα πανεπιστημιακά Τμήματα Νοσηλευτικής έμειναν κενές.
Πρόκειται για ένα στοιχείο που πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια θα φαινόταν αδιανόητο. Η Νοσηλευτική θεωρούνταν μια σχολή με άμεση επαγγελματική αποκατάσταση. Σήμερα, όμως, οι υποψήφιοι γνωρίζουν πολύ καλά τι τους περιμένει μετά το πτυχίο.
Γνωρίζουν ότι ένας νεοδιόριστος νοσηλευτής μπορεί να ξεκινήσει με αποδοχές που πολλές φορές κινούνται κοντά στα 800 ευρώ καθαρά. Γνωρίζουν ότι θα κληθούν να εργαστούν σε ένα υποστελεχωμένο σύστημα υγείας, με εξαντλητικά ωράρια, νυχτερινές βάρδιες και τεράστια ψυχολογική επιβάρυνση.
Κυρίως όμως γνωρίζουν ότι θα πρέπει να ζήσουν σε μια χώρα όπου το ενοίκιο ενός μικρού διαμερίσματος μπορεί να απορροφά το μισό ή και περισσότερο από τον μηνιαίο μισθό τους.
Από το όνειρο του διορισμού στην άρνηση διορισμού
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι αρνούνται ακόμη και μόνιμες θέσεις στο Δημόσιο.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο διορισμός θεωρούνταν εγγύηση επαγγελματικής ασφάλειας. Σήμερα δεν αρκεί.
Όταν ένας νέος εργαζόμενος καλείται να μετακομίσει στην Αθήνα, σε κάποιο νησί ή σε μια ακριτική περιοχή με μισθό 800 ή 900 ευρώ και ενοίκιο που συχνά ξεπερνά τα 500 ευρώ, ο διορισμός παύει να αποτελεί κίνητρο.
Το ίδιο φαινόμενο καταγράφεται στους νοσηλευτές, στους διασώστες του ΕΚΑΒ, στους εκπαιδευτικούς, στους γιατρούς και σε πολλές άλλες ειδικότητες του δημόσιου τομέα.
Ο εγκλωβισμός μακριά από την οικογένεια
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας που συχνά παραβλέπεται.
Οι νέοι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι μπορεί να διοριστούν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας τους χωρίς σαφή προοπτική επιστροφής.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τους εκπαιδευτικούς, τους νοσηλευτές και το προσωπικό του ΕΣΥ.
Πολλοί καλούνται να εγκατασταθούν σε νησιά ή απομακρυσμένες περιοχές, να πληρώνουν πανάκριβα ενοίκια και να ζουν μακριά από την οικογένεια και το κοινωνικό τους περιβάλλον για πολλά χρόνια.
Για έναν νέο άνθρωπο που θέλει να δημιουργήσει οικογένεια, να αποκτήσει σπίτι ή να σχεδιάσει τη ζωή του, αυτή η προοπτική μοιάζει όλο και λιγότερο ελκυστική.
Το brain drain συνεχίζεται με άλλο πρόσωπο
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την προηγούμενη δεκαετία το φαινόμενο του brain drain.
Σήμερα, όμως, η διαρροή ανθρώπινου δυναμικού δεν αφορά μόνο τους πτυχιούχους που μεταναστεύουν στο εξωτερικό.
Αφορά και εκείνους που παραμένουν στη χώρα αλλά επιλέγουν να μην ακολουθήσουν επαγγέλματα κρίσιμα για τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους.
Όταν ένας νέος συγκρίνει έναν μισθό 800 ευρώ στο ΕΣΥ με έναν μισθό 2.000 ή 2.500 ευρώ σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, η επιλογή είναι συχνά αυτονόητη.
Όταν συγκρίνει τις εργασιακές συνθήκες ενός δημόσιου νοσοκομείου με εκείνες ενός ιδιωτικού θεραπευτηρίου ή ενός νοσοκομείου του εξωτερικού, η απόφαση γίνεται ακόμη ευκολότερη.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο της Υγείας
Όσα συμβαίνουν στη Νοσηλευτική αποτελούν προειδοποίηση για όσα έρχονται και σε άλλους τομείς.
Στην εκπαίδευση ήδη καταγράφονται δυσκολίες προσέλκυσης αναπληρωτών σε ορισμένες περιοχές. Σε αρκετές ειδικότητες του Δημοσίου παρατηρούνται αδιάθετες θέσεις ή μειωμένο ενδιαφέρον.
Η πραγματικότητα είναι απλή: καμία κοινωνία δεν μπορεί να στελεχώσει αποτελεσματικά τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις δημόσιες υπηρεσίες της όταν οι συνθήκες εργασίας, οι αμοιβές και οι προοπτικές ζωής δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των νέων ανθρώπων.
Το πραγματικό ερώτημα
Η συζήτηση για τις κενές θέσεις στα πανεπιστήμια συχνά περιορίζεται στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ή στις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων.
Όμως το βαθύτερο ερώτημα είναι διαφορετικό.
Γιατί ένας νέος να επιλέξει μια σχολή που οδηγεί σε επάγγελμα με χαμηλό μισθό, υψηλή εργασιακή πίεση, ακριβή στέγαση και πιθανό εγκλωβισμό μακριά από τον τόπο κατοικίας του;
Αν η Πολιτεία δεν απαντήσει πειστικά σε αυτό το ερώτημα, τότε οι κενές θέσεις στα πανεπιστήμια θα συνεχίσουν να αυξάνονται και οι ελλείψεις σε κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες θα γίνονται όλο και πιο ορατές.
Γιατί τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν να σπουδάσουν. Είναι ότι όλο και περισσότεροι δεν βλέπουν έναν λόγο να ακολουθήσουν επαγγέλματα που δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.