Στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου πήγαινε όταν έμαθε ότι κάποιοι αστροναύτες από την Αμερική πήγαν στο φεγγάρι. Όσο και αν η φαντασία του ήταν ονειρεμένη και πάντα ταξιδεμένη, δεν μπορούσε να το κατανοήσει. “Μα πώς γίνεται;”, αναρωτιόταν, αλλά δεν τολμούσε να ρωτήσει κάποιον μεγάλο.
Η απορία του έγινε σιγά- σιγά θαυμασμός και κάπου εκεί γεννήθηκε το όνειρό του, το όνειρο της ζωής του. Και παρόλο που αυτό γινόταν κάπου πολύ μακριά, αυτός δεν πολυκατάλαβε το πως η σκέψη του είχε πάρει απόφαση γι’ αυτόν. “Θα πάω στην Αμερική. Εκεί θα μάθω και εγώ το πως γίνονται αυτά τα σπουδαία”.
Κυνήγησε το όνειρό του με φοβερή πίστη. Τελείωσε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έκανε μεταπτυχιακό και μετά αμέσως αίτηση σε πανεπιστήμια της Αμερικής. Όταν υπηρετούσε στον στρατό, προσπαθούσε να βρει ανθρώπους που έχουν πάει ή έχουν αναφορές εκεί, να στήσει τις γέφυρές του. Εν τω μεταξύ ήλθαν θετικές απαντήσεις από δύο πανεπιστήμια.
Έφυγε γεμάτος φόβους και αβεβαιότητες το πως θα τα καταφέρει. Πρώτη φορά ταξίδι στο εξωτερικό, η συστολή του ήταν σε συνεχή …διαστολή. Νέα Υόρκη, η πόλη του κόσμου. Μαγεία η θέα από το αεροπλάνο. Οι ουρανοξύστες τον συνεπήραν σε κόσμο των παραμυθιών.
Οι φτωχές παραστάσεις του από τη Νίκαια τόσο περιορισμένες. Πού να τον βοηθήσουν. Οι εμπειρίες του ατροφικές, πώς να κατανοήσει όλα αυτά τα ερεθίσματα. Άλλοι λαοί, άλλοι τόποι, άλλοι καιροί. Εδώ ήθελε να ήταν το μέλλον, αλλά πώς να το αντιμετωπίσει με τις λιγοστές παραστάσεις του; Κάθε του σκέψη ήταν βουτηγμένη μέσα στο άγνωστο, στην απορία, στο φόβο.
Τα οικονομικά του ήταν φτωχικά. Βρήκε ένα ταπεινό αποκούμπι . Με τη βοήθεια ενός φίλου. Αν και είχε μάθει κάποια Αγγλικά, σοκαρίστηκε από την αδυναμία του. Και άλλο εμπόδιο. Ρίχτηκε με τα μούτρα σε διάφορες δουλειές για να εξοικονομήσει χρήματα για μια στοιχειώδη διαβίωση. Όλα εντασσόταν στο όνειρό του. Οι δυσκολίες δεν θα γίνονταν εμπόδιο – θέριευαν την αποφασιστικότητά του. Να γίνει επιστήμονας και ερευνητής.
Είχε πει στον εαυτό του με απόλυτο τρόπο. “Θα μείνουμε εδώ. Εδώ είναι το όνειρό μας”. Φούντωνε όλο και πιο πολύ το πάθος του για τη Γνώση, για τις Νέες Τεχνολογίες. Μπήκε στο μυαλό του και φώλιασε για τα καλά η αγάπη του για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ήταν η εποχή που είχε αρχίσει να ανατέλλει το φως της. “Εκεί θα αφιερώσουμε τη ζωή μας και μόνο εδώ στην Αμερική”, μονολογούσε αποφασισμένος και ενθουσιασμένος.
Έκανε στο Κολούμπια το master του. Έμεινε στη Νέα Υόρκη ενάμιση χρόνο. Ήλθε και άλλη απάντηση από το πανεπιστήμιο στη Μινεάπολη αυτή τη φορά. Εκεί θα συνεχίσει με την εκπόνηση του Διδακτορικού του. Τα γεγονότα, τα δικά του γεγονότα τρέχουν όλο και πιο ορμητικά. Τώρα έχει αρχίσει να ελέγχει τη ζωή του, να φτιάχνει το μέλλον του καταπώς το ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια. Επιδόθηκε με φοβερή επιμέλεια στο παιχνίδι της νέας Γνώσης, στην έρευνα.
Έγινε καθηγητής – ερευνητής εδώ στην πόλη που αγάπησε. Η επίβλεψη των τόσων και τόσων φοιτητών και φοιτητριών στα διάφορα projects έγινε η άλλη πλευρά στη σχέση του με τη μάθηση. Η ζωή του είχε πλέον αλλάξει. Τώρα είναι κύριος των σχεδιών του. Έφτιαξε οικογένεια. Τα χρόνια περνούσαν αλλά ο πόθος του για δημιουργικότητα παρέμενε τόσο ζωντανός. Η μαγεία της Γνώσης.
Άλλαξαν οι καιροί του. Νοσταλγούσε το φτωχό του ξεκίνημα. Ήξερε ότι δεν υπήρχε πια αυτό. Δεν υπήρχαν πλέον οι αλάνες και τα παιχνίδια με τη μπάλα και το κυνηγητό. Άλλαξε και η φτωχογειτονιά του εκείνων των καιρών της δεκαετίας του 1970. Μα η μνήμη του είχε εκεί κολλήσει, στα παιδικά χρόνια του του ονείρου του. Τα άλλα ενδιάμεσα χρόνια του ήταν σα να μην υπήρχαν – απλά συνέδεσαν το όμορφο όνειρό του με τις τωρινές του κατακτήσεις του.
Η μνήμη του κολλούσε σε εκείνη τη βροχερή ημέρα, μικρό παιδί τότε, που το νερό έκανε μικρό ποτάμι τον δρόμο και αυτός το παρατηρούσε στο πεζούλι του σπιτιού του και ονειρευόταν το όμορφο μέλλον της ζωής του…