Για το μείζον ζήτημα των χιλιάδων υποψηφίων που περνούν στα πανεπιστήμια αλλά τελικά δεν εγγράφονται, κλήθηκε να τοποθετηθεί ο Υφυπουργός Παιδείας, Νίκος Παπαϊωάννου, μιλώντας στο ΕΡΤnews.
Αφορμή στάθηκε η δημόσια τοποθέτηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, Χρήστου Μπούρα, ο οποίος αποκάλυψε πως περίπου 370 υποψήφιοι – ένα ποσοστό της τάξης του 6%, ακόμη και σε ιατρικές σχολές – δεν προσήλθαν για να εγγραφούν. Ο κ. Παπαϊωάννου δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία, αλλά έσπευσε να δώσει τη συνολική εικόνα, σημειώνοντας πως το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, αλλά πάγιο εδώ και μια δεκαετία.
«Από το 2016 μέχρι φέτος, για 10 χρόνια, έχουμε ένα σταθερό ποσοστό 5,5 με 6% κάθε χρόνο παιδιά να μην εγγράφονται», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Υφυπουργός, διευκρινίζοντας ότι τόσο ο Πρύτανης Ιωαννίνων όσο και ο Πρύτανης Δυτικής Μακεδονίας επιβεβαίωσαν πως το ποσοστό αυτό είναι σταθερό διαχρονικά. Το ζήτημα, όπως τόνισε, είχε περάσει απαρατήρητο μέχρι σήμερα, παρότι απασχολεί την ακαδημαϊκή κοινότητα εδώ και χρόνια.
Αναφορικά με τους λόγους που οδηγούν σε αυτή την επιλογή, ο κ. Παπαϊωάννου παραδέχθηκε πως το οικονομικό είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες, χωρίς ωστόσο να είναι ο μοναδικός. «Εγώ δεν λέω ότι δεν υπάρχουν οικονομικά προβλήματα. Εγώ δεν λέω ότι μια οικογένεια που θέλει να σπουδάσει το παιδί της εκτός της εστίας του σπιτιού έχει σημαντικότατα ζητήματα (νοίκι, φαγητό, μεταφορικά)», σημείωσε, για να περιγράψει στη συνέχεια τα μέτρα στήριξης που εφαρμόζει η πολιτεία.
«Στη στέγαση, η πολιτεία βοηθά είτε μέσω φοιτητικών εστιών είτε μέσω του φοιτητικού επιδόματος», εξήγησε, δίνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Αν πάμε δύο συμφοιτητές να σπουδάσουμε στην Πάτρα και μένουμε μαζί, παίρνουμε ο καθένας από 2.500€ (5.000€ το χρόνο). Με 600€ το μήνα αν βρούμε ένα σπίτι (7.200€), μένουν 2.200€, δηλαδή 1.100€ για τον καθένα μας, ούτε 100€ το μήνα διαφορά. Άρα ενισχύει η πολιτεία». Παράλληλα, ανέφερε ότι δρομολογούνται νέες φοιτητικές εστίες, με επενδύσεις που ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ για την ανοικοδόμηση νέων κτιρίων σε έξι πανεπιστήμια και την αναβάθμιση υφιστάμενων υποδομών, ενώ για το φοιτητικό επίδομα ανέφερε πως έχουν υποβληθεί 64.000 αιτήσεις, εκ των οποίων οι 41.000 έχουν ήδη εκκαθαριστεί θετικά.
«Τα πανεπιστήμια πρέπει να κάνουν τα προγράμματα σπουδών πιο ελκυστικά»
Ωστόσο, ο Υφυπουργός Παιδείας έθεσε και το ζήτημα της ελκυστικότητας των προγραμμάτων σπουδών, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι τμήματα Φυσικής και Μαθηματικών τόσο του ΕΚΠΑ όσο και του ΑΠΘ δεν κατάφεραν να καλύψουν τις θέσεις τους τα τελευταία χρόνια. «Θα πρέπει τα προγράμματα σπουδών να γίνουν πιο ελκυστικά και πιο άμεσα στη σύγχρονη εποχή», υπογράμμισε, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην ανάγκη σύνδεσης των σπουδών με την αγορά εργασίας. «Όταν σπουδάζω κάπου, δεν ταυτίζω πάντα τη σπουδή με την επαγγελματική εργασία. Παίρνω ένα πορτφόλιο γνώσεων πάνω στο οποίο θα οικοδομήσω στη συνέχεια», είπε, καλώντας τα πανεπιστήμια να επικαιροποιήσουν τα μαθήματά τους και να τα καταστήσουν πιο καινοτόμα.
Κληθείς να σχολιάσει τι συμβαίνει με τις κενές θέσεις που παραμένουν από τις μη εγγραφές, ο κ. Παπαϊωάννου ήταν ξεκάθαρος: «Σύμφωνα με τη νομοθεσία, εάν δεν εγγραφώ στο τμήμα και περάσει η προθεσμία, η θέση παραμένει κενή. Δεν σημαίνει όμως ότι για να γεμίσω τη σχολή θα πάρω παιδιά που δεν έπιασαν τη βαθμολογία». Υπενθύμισε, μάλιστα, τη συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), λέγοντας πως «μικρός βαθμός εισαγωγής σημαίνει αδυναμία ολοκλήρωσης των σπουδών».
Το ζήτημα του δημογραφικού έκλεισε τη συζήτηση, με τον Υφυπουργό να παραδέχεται πως ο αριθμός των υποψηφίων στις πανελλαδικές έχει μειωθεί δραματικά – από 125.000 σε μόλις 75.000. «Όντως είναι ένα ζήτημα. Ο αριθμός αυτός εξαρτάται από τις γεννήσεις», ανέφερε, επισημαίνοντας την ανάγκη στήριξης των νέων ζευγαριών μέσω προγραμμάτων όπως το «Σπίτι μου 1, 2, 3».
Αναφορικά με τις διεθνείς συνεργασίες των ελληνικών πανεπιστημίων, ο κ. Παπαϊωάννου στάθηκε ιδιαίτερα στις συμφωνίες με αμερικανικά ιδρύματα, σημειώνοντας πως «η είδηση είναι ότι, πέρα από όλα τα γενικά, είναι και οι συζητήσεις που θα γίνουν για τη συνεργασία της ανώτατης εκπαίδευσης Ελληνικών Δημοσίων Πανεπιστημίων με αμερικάνικα πανεπιστήμια».
Αναφέρθηκε σε προγράμματα όπως τα dual και joint master degrees, στη συνεργασία του ΕΚΠΑ με το Harvard, αλλά και στην παρουσία μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, όπως το Georgetown και το Iowa State University. «Δεν είναι τυχαίο που το Georgetown ήρθε στην πατρίδα μας και προσφέρει δεύτερου κύκλου σπουδές (μεταπτυχιακές). Δεν είναι τυχαίο που το Iowa State University έρχεται στη Θεσσαλονίκη και προσφέρει προπτυχιακά προγράμματα σπουδών, πανεπιστήμια τα οποία βρίσκονται στα top 20s στο αντικείμενό τους», κατέληξε.