Έχοντας περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ήρθαν σε επαφή με το μάθημα της κοινωνιολογίας, η καθολική της σημασία συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις στο εκπαιδευτικό και στο δημόσιο πολιτικό λόγο. Αφορμή στάθηκε ο θάνατος του σπουδαίου κοινωνιολόγου Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Τα αίτια ωστόσο, μοιάζουν να είναι βαθύτερα και να βρίσκονται σε άμεση συσχέτιση με την ίδια τη δομή της ελληνικής κοινωνίας. Το βασικό ερώτημα που τίθεται δεν αφορά στο πότε θα επανέλθει το συγκεκριμένο μάθημα, αλλά στο ποτέ η καθεαυτή ελληνική κοινωνία θα μεταβεί, απαλλαγμένη από ιδεολογικούς και πολιτικούς χρωματισμούς, στην εποχή της μετανεωτερικότητας.
Η απουσία του μαθήματος από το χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα μπορούσε σαφώς να χαρακτηριστεί ως μια πρόχειρη, άτακτη και δίχως λογική απόφαση. Μία απόφαση, η οποία μοιάζει να απαντά σε συντεχνιακής φύσεως στρατηγικές και μικροπολιτικές σκοπιμότητες, με την κοινωνιολογία να παρομοιάζεται ωσάν μία άλλη Ιφιγένεια, όπου και “θυσιάστηκε” στο βωμό ενός πολιτικού ακροατηρίου που θυμίζει παλαιότερες εποχές πολιτικής πόλωσης. Μία στρατηγική που θυμίζει απολυταρχικά καθεστώτα, ακριβώς λόγω της χρησιμότητάς της, ιδίως σε μία κοινωνία η οποία βαίνει διαρκώς σε κρίση, “μετρώντας” τις πληγές της σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό αλλά και υγειονομικό επίπεδο.
Γιατί όμως η επιστήμη της κοινωνιολογίας δημιουργεί τέτοιες αντιδράσεις, ικανές ώστε οι απόφοιτοί της να βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε υψηλά ποσοστά ανεργίας, λόγω του σαφούς περιορισμού των εργασιακών τους δικαιωμάτων; Μία αρκετά οξύμωρη πραγματικότητα, η οποία αμφισβητείται έμπρακτα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το μάθημα της κοινωνιολογίας βρίσκεται στο βασικό κορμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των Πανεπιστημίων του Α’ επιστημονικού πεδίου, με την παρουσία της να είναι εξίσου έντονη σε όλα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας.
Ο λόγος έγκειται στη χρησιμότητα του μαθήματος, μιας και είναι εκείνη η επιστήμη που προχωρά στην ερμηνεία και στην κατανόηση της πολυδιάστατης και πολυσύνθετης κοινωνικής ζωής. Για παράδειγμα, η κοινωνιολογία μπορεί να ερμηνεύσει τη σημασία της συλλογικής συνείδησης στο πένθος ενός ευρέως γνωστού τραγουδιστή. Μέσα από το δημόσιο πένθος, τα άτομα αποζητούν ένα κοινό κώδικα και δεσμούς σε μία κατακερματισμένη κοινωνία, σε μία εποχή όπου παραδοσιακές αξίες και κανόνες καταρρέουν, αμφισβητώντας την ατομική ταυτότητα και δράση. Ερμηνεύει γιατί η αυτοχειρία ενός διάσημου προσώπου “πυροδοτεί” ανάλογες συμπεριφορές, αναλύοντας εξίσου διάφορα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας σε περιόδους κοινωνικής αποδιοργάνωσης, όπως τα υψηλά ποσοστά γυναικοκτονιών και νεανικής παραβατικότητας που καταγράφονται στη χώρα μας. Είναι επίσης εκείνη η επιστήμη που μελετά και ερμηνεύει τα εγκλήματα που διαπράττονται από άτομα που ανήκουν σε υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, μιλώντας παράλληλα για τη διαφθορά και τις συνέπειές της.
Με βάση τα παραπάνω τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η ελληνική κοινωνία αποζητά σκεπτόμενους πολίτες ή αν αντίθετα, εγκλωβίζεται σε μία παθητική, άβουλη στάση. Η επικράτηση μιας κουλτούρας που εμμένει στο "φαίνεσθαι" υποσκάπτει την ουσία της δημοκρατίας και κλονίζει την ήδη εύθραυστη κοινωνική συνοχή σε μια κοινωνία που μοιάζει ακόμα να βρίσκεται σε καθεστώς σοκ. Με λίγα λόγια, η αξία της κοινωνιολογίας ξεπερνά τις όποιες ιδεολογικές και πολιτικές πεποιθήσεις. Η κοινωνιολογική σκέψη που καλλιεργείται στους μαθητές, τους επιτρέπει να αναλύουν τα κοινωνικά φαινόμενα απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και στερεότυπα, προετοιμάζοντάς τους για μια ομαλή κοινωνική ένταξη, η οποία και αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για τη διασφάλιση της συλλογικής συνείδησης και της κοινωνικής τάξης.
Δρ. Μαρία Μουζάκη, Κοινωνιολόγος- Σύμβουλος, MA, MSc