Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε το τελευταίο διάστημα γύρω από τα νέα βιβλία του Δημοτικού είναι αναγκαία και ευπρόσδεκτη. Τα σχολικά βιβλία αφορούν ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα και οι επιλογές τους είναι εύλογο να συζητούνται και να κρίνονται. Αρκεί η συζήτηση να μην εγκλωβίζεται σε μία εικόνα, μία σελίδα ή μία θεματική επιλογή, αφήνοντας στο περιθώριο τη συνολική πρόταση του διδακτικού πακέτου για τη γλωσσική μάθηση.
Στην περίπτωση του νέου βιβλίου Γλώσσας της Β΄ Δημοτικού (εκδ. νήσος), η δημόσια συζήτηση εστίασε μέχρι σήμερα κυρίως στην αναπαράσταση διαφορετικών μορφών οικογένειας. Το ποια παιδιά, ποιες οικογένειες και ποιες εμπειρίες γίνονται ορατές στις σελίδες ενός σχολικού βιβλίου αποτελεί ουσιαστική διάσταση του παιδαγωγικού σχεδιασμού του. Η αποτίμηση ενός βιβλίου Γλώσσας, ωστόσο, περιλαμβάνει, ένα ευρύτερο σύνολο ερωτημάτων: ποια αντίληψη για τη γλωσσική μάθηση υιοθετεί, πώς οργανώνει τη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής και, κυρίως, ποια εργαλεία δίνει στα παιδιά, ώστε να γίνονται σταδιακά πιο αυτόνομοι/-ες αναγνώστες/-στριες και χρήστες/-στριες της γλώσσας.
Στη Β΄ Δημοτικού, για παράδειγμα, δεν αρκεί ένα παιδί να μάθει τη σημασία μιας άγνωστης λέξης. Χρειάζεται σταδιακά να μπορεί να απαντήσει σε ένα δυσκολότερο ερώτημα: «Τι μπορώ να κάνω, όταν δεν ξέρω τι σημαίνει μια λέξη;» Μόνο φαινομενικά η μετατόπιση αυτή είναι μικρή. Στην πρώτη περίπτωση ζητούμε μια σωστή απάντηση· στη δεύτερη οικοδομούμε μια στρατηγική που το παιδί θα μπορεί να χρησιμοποιήσει και όταν βρεθεί μπροστά στην επόμενη άγνωστη λέξη.
Αυτή η λογική διατρέχει το πώς προσεγγίζεται το λεξιλόγιο και το λεξικό στα Βιβλία Μαθητή/Μαθήτριας και στα Τετράδια Εργασιών της σειράς. Τα παιδιά εξοικειώνονται σταδιακά με την αλφαβητική οργάνωση, τη δομή και τη λειτουργία του σχολικού λεξικού, αλλά η χρήση του δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός. Μαθαίνουν πρώτα να παρατηρούν τη λέξη μέσα στο κείμενο και να αξιοποιούν τα συμφραζόμενα, τα συστατικά της, να διατυπώνουν υποθέσεις για τη σημασία της και, μόνο όταν χρειάζεται, να επιλέγουν να αναζητούν πρόσθετη πληροφορία στο κατάλληλο σημείο του λεξικού. Μαθαίνουν να εντοπίζουν το κατάλληλο λήμμα, να διαβάζουν τις πληροφορίες που τους παρέχει και να επιλέγουν τη σημασία που ταιριάζει στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Το λεξικό μετατρέπεται έτσι από αντικείμενο σχολικής γνώσης σε εργαλείο επίλυσης ενός γλωσσικού προβλήματος και απόκτησης ήπιων δεξιοτήτων (λήψη απόφασης, επίλυση προβλήματος, κριτική σκέψη).
Η ίδια αντίληψη επεκτείνεται στην ανάγνωση. Τα παιδιά αναπτύσσουν αναγνωστικές στρατηγικές καθώς καλούνται να κάνουν προβλέψεις, να αξιοποιούν τίτλους και εικόνες, να εντοπίζουν την κεντρική ιδέα και σημαντικές λεπτομέρειες, να αναζητούν και να εξακριβώνουν πληροφορίες και να επιστρέφουν στο κείμενο για να ελέγξουν την αρχική τους κατανόηση. Η κατανόηση, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αποτέλεσμα που ελέγχεται μηχανιστικά με ερωτήσεις μετά την ανάγνωση, αλλά ως διαδικασία που μπορεί να διδαχθεί, συμβάλλοντας σταδιακά στη διαμόρφωση κριτικών αναγνωστών/-στριών.
Η καλλιέργεια λεξιλογίου και η χρήση λεξικού αποτελούν, βέβαια, στόχους και των άλλων εγκεκριμένων βιβλίων της Β΄ Δημοτικού. Οι διαφορετικές σειρές υλοποιούν το ίδιο Πρόγραμμα Σπουδών μέσα από διαφορετικές διδακτικές επιλογές που αντικατοπτρίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις στη μάθηση. Στη συγκεκριμένη πρόταση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην επαναφορά και σταδιακή αξιοποίηση στρατηγικών σε διαφορετικά συμφραζόμενα, ώστε η υποστήριξη που αρχικά παρέχει το βιβλίο να μπορεί βαθμιαία να αποσύρεται. Το ζητούμενο είναι το παιδί να αποκτά όλο και μεγαλύτερη αυτονομία απέναντι στη γλώσσα και στα κείμενα και να γίνεται σταδιακά πιο ικανό να ρυθμίζει το ίδιο τη μαθησιακή του πορεία.
Ίσως, λοιπόν, η σημερινή δημόσια συζήτηση να αποτελεί ευκαιρία να ανοίξουμε, και όχι να περιορίσουμε, το ερώτημα για το πώς αξιολογούμε ένα σχολικό βιβλίο. Ένα σύγχρονο βιβλίο Γλώσσας κρίνεται και από τον κόσμο που επιλέγει να κάνει ορατό και από τις δυνατότητες που δίνει σε κάθε παιδί να αναγνωρίσει και να εκφράσει τη δική του εμπειρία. Κρίνεται, εξίσου, από το αν του δίνει εργαλεία για να κατανοεί, να αναζητά, να διατυπώνει υποθέσεις, να ελέγχει και να αναθεωρεί, ώστε να μη δέχεται παθητικά τη γνώση, αλλά να συμμετέχει ενεργά στην ανακάλυψη και την οικοδόμησή της.
Γιατί, τελικά, στόχος δεν είναι μόνο το παιδί να κατανοήσει το συγκεκριμένο κείμενο ή να βρει τη σημασία της συγκεκριμένης λέξης. Είναι, όταν συναντήσει την επόμενη δυσκολία, να μπορεί σταδιακά να πει: «Δεν ξέρω ακόμη, αλλά ξέρω τι μπορώ να κάνω για να το βρω».
* Ζωή Γαβριηλίδου (Καθηγήτρια Γλωσσολογίας ΔΠΘ) και Ελένη Καραντζόλα (Καθηγήτρια Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου)