Η νέα σχολική χρονιά ξεκινά με Σχολικούς Νοσηλευτές να «μοιράζονται» σε διαφορετικά σχολεία και να μετακινούνται ακόμη και πέρα από τα όρια που έθεσε ο ίδιος ο νόμος. Έναν χρόνο μετά τις έντονες αντιδράσεις, το ζήτημα επιστρέφει — αυτή τη φορά όχι ως ανησυχία, αλλά ως πραγματικότητα.
Η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς μάς βρίσκει αντιμέτωπους με μια κατάσταση που ξυπνά έντονα μνήμες από το καλοκαίρι του 2025.
Έναν χρόνο πριν, μια νομοθετική ρύθμιση για τους Σχολικούς Νοσηλευτές προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη σχολική κοινότητα. Σύλλογοι, γονείς, Σχολικοί Νοσηλευτές και θεσμικοί φορείς εξέφρασαν δημόσια την ανησυχία τους για την πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία ένας Σχολικός Νοσηλευτής θα μπορούσε να υποστηρίζει μαθητές όχι μόνο στη σχολική μονάδα τοποθέτησής του, αλλά και σε όμορα σχολεία.
Στην αρχική μορφή της ρύθμισης, η απόσταση αυτή έφτανε τα 500 μέτρα.
Η αντίδραση δεν ήταν υπερβολική ούτε συντεχνιακή.
Ήταν η αντίδραση ανθρώπων που γνωρίζουν τι σημαίνει στην πράξη η παρουσία ενός Σχολικού Νοσηλευτή δίπλα σε ένα παιδί με χρόνια ή σοβαρή πάθηση. Ήταν η αγωνία των γονέων που γνωρίζουν ότι μια ανάγκη υγείας δεν μπορεί να περιμένει. Ήταν η επιστημονική και επαγγελματική ευθύνη των νοσηλευτών που γνωρίζουν ότι σε ένα επείγον περιστατικό η αμεσότητα μπορεί να είναι καθοριστική.
Το ερώτημα που θέταμε τότε ήταν απλό:
Πώς μπορεί ένας Σχολικός Νοσηλευτής να βρίσκεται ταυτόχρονα εκεί όπου τον χρειάζονται παιδιά σε διαφορετικά σχολεία;
Το θέμα πήρε μεγάλη έκταση. Υπήρξαν αντιδράσεις και παρεμβάσεις από Συλλόγους, γονείς, Σχολικούς Νοσηλευτές και θεσμικούς φορείς. Οι κίνδυνοι αναδείχθηκαν στη δημόσια συζήτηση και στην κοινοβουλευτική επεξεργασία της διάταξης.
Είχαμε επισημάνει ότι η πολλαπλή κάλυψη διαφορετικών σχολικών μονάδων θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαμοιρασμό του χρόνου του Σχολικού Νοσηλευτή, σε απουσία του από τη μία μονάδα την ώρα που βρίσκεται στην άλλη, σε καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών και, τελικά, σε αποδυνάμωση της συνεχούς και άμεσης νοσηλευτικής υποστήριξης των μαθητών.
Η Πολιτεία άλλαξε τη ρύθμιση
Μετά τις αντιδράσεις, η τελική νομοθετική διάταξη διαφοροποιήθηκε σημαντικά.
Το άρθρο 151 του ν. 5224/2025 περιόρισε την έννοια του «όμορου σχολείου» στην ακτίνα των 100 μέτρων και όρισε ρητά ότι η άσκηση των καθηκόντων του Σχολικού Νοσηλευτή μπορεί να επεκτείνεται σε μαθητές ενός (1) συστεγαζόμενου ή όμορου σχολείου με έγκριση υποστήριξης.
Οι Σχολικοί Νοσηλευτές είχαμε καταθέσει τις επιστημονικές και επαγγελματικές μας επιφυλάξεις. Είχαμε προειδοποιήσει. Είχαμε τεκμηριώσει τους κινδύνους.
Η Πολιτεία, όμως, νομοθέτησε.
Και εμείς πράξαμε αυτό που κάνουμε καθημερινά.
Σταθήκαμε δίπλα στους μαθητές μας.
Ακολουθήσαμε το νέο θεσμικό πλαίσιο με ήθος, επαγγελματισμό και αίσθημα ευθύνης. Γιατί ο Σχολικός Νοσηλευτής μπορεί να διαφωνεί με μια διοικητική ή νομοθετική επιλογή, όμως δεν μεταφέρει ποτέ αυτή τη διαφωνία στο παιδί που τον χρειάζεται.
Οι Σχολικοί Νοσηλευτές συνέχισαν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να βρίσκονται δίπλα στα παιδιά, στις οικογένειές τους και στη σχολική κοινότητα.
Έναν χρόνο μετά, όμως, τι συμβαίνει;
Σήμερα, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, στον Πανελλήνιο Σύλλογο Σχολικών Νοσηλευτών φτάνουν πολυάριθμες αναφορές από διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Και οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον θεωρητικό.
Σχολικοί Νοσηλευτές καλούνται να μετακινούνται σε σχολικές μονάδες που βρίσκονται όχι απλώς πέραν των 100 μέτρων που ο ίδιος ο νόμος όρισε για την έννοια του «όμορου» σχολείου, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις σε αποστάσεις που φτάνουν ακόμη και σε χιλιόμετρα.
Σε άλλες περιπτώσεις, η εβδομαδιαία παρουσία τους διαμοιράζεται μεταξύ διαφορετικών σχολείων: κάποιες ημέρες στο ένα σχολείο και τις υπόλοιπες σε άλλο.
Παράλληλα, έχουν περιέλθει σε γνώση μας περιπτώσεις στις οποίες μία θέση Σχολικού Νοσηλευτή συνδέεται στην πράξη με περισσότερες σχολικές μονάδες, παρά τη ρητή αναφορά του νόμου σε ένα (1) επιπλέον συστεγαζόμενο ή όμορο σχολείο.
Και κάπου εδώ η συζήτηση αλλάζει.
Δεν συζητάμε πλέον εάν συμφωνούσαμε ή διαφωνούσαμε με τη ρύθμιση που ψηφίστηκε.
Συζητάμε εάν εφαρμόζεται ο νόμος που ψηφίστηκε.
Όταν ο ίδιος ο νομοθέτης προσδιορίζει τα 100 μέτρα ως το όριο για τον χαρακτηρισμό μιας σχολικής μονάδας ως «όμορης», πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η μετακίνηση ενός Σχολικού Νοσηλευτή σε σχολείο που απέχει ακόμη και χιλιόμετρα;
Και όταν ο νόμος μιλά ρητά για ένα (1) επιπλέον σχολείο, πώς μπορεί μία θέση να καταλήγει να συνδέεται στην πράξη με περισσότερες σχολικές μονάδες;
Ένα παιδί δεν χρειάζεται τον νοσηλευτή μόνο δύο ή τρεις ημέρες την εβδομάδα
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα.
Ο διαμοιρασμός της εβδομάδας ενός Σχολικού Νοσηλευτή δεν αποτελεί απλώς έναν διαφορετικό τρόπο διοικητικής οργάνωσης του προσωπικού.
Για να εγκριθεί Σχολικός Νοσηλευτής για έναν μαθητή υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη υγείας, σχετική ιατρική γνωμάτευση και απόφαση έγκρισης υποστήριξης.
Και το ισχύον καθηκοντολόγιο είναι σαφές: ο Σχολικός Νοσηλευτής υποστηρίζει τον μαθητή για τον οποίο έχει εκδοθεί σχετική έγκριση καθ' όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τόσο κατά τη διάρκεια των μαθημάτων όσο και των διαλειμμάτων και των δραστηριοτήτων της σχολικής ζωής.
Η ανάγκη υγείας, όμως, που οδήγησε στην έκδοση αυτής της απόφασης δεν υπάρχει μόνο συγκεκριμένες ημέρες.
Το παιδί με σακχαρώδη διαβήτη δεν έχει διαβήτη μόνο τη Δευτέρα και την Τετάρτη.
Μια επιληπτική κρίση δεν γνωρίζει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα μιας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης.
Μια αναφυλακτική αντίδραση δεν περιμένει την ημέρα κατά την οποία ο Σχολικός Νοσηλευτής βρίσκεται στο συγκεκριμένο σχολείο.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από έναν πίνακα τοποθετήσεων.
Οι γονείς δεν ζήτησαν Σχολικό Νοσηλευτή για το παιδί τους «όποτε υπάρχει διαθέσιμος».
Ζήτησαν υποστήριξη επειδή υπάρχει συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη ανάγκη υγείας.
Η Πολιτεία εξέτασε το αίτημά τους και ενέκρινε την υποστήριξη.
Όταν, λοιπόν, ο Σχολικός Νοσηλευτής βρίσκεται για μία ή περισσότερες ημέρες σε διαφορετική σχολική μονάδα, το παιδί εξακολουθεί να βρίσκεται στο σχολείο.
Η εγκεκριμένη υποστήριξή του, όμως, απουσιάζει.
Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα ωραρίου ενός εργαζομένου.
Είναι ζήτημα ασφάλειας του μαθητή. Είναι ζήτημα ουσιαστικής παροχής της υποστήριξης που εγκρίθηκε. Είναι ζήτημα ισότιμης και ασφαλούς συμμετοχής του παιδιού στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Αυτό ακριβώς είχαμε προειδοποιήσει ότι θα συμβεί
Ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο της σημερινής συζήτησης.
Όσα περιγράφουμε σήμερα δεν είναι ζητήματα που προέκυψαν ξαφνικά και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει.
Είχαν επισημανθεί πριν από έναν χρόνο.
Είχαμε μιλήσει για τον κίνδυνο διαμοιρασμού του ωραρίου.
Είχαμε μιλήσει για την πραγματική απουσία του νοσηλευτή από τη μία σχολική μονάδα όταν βρίσκεται στην άλλη.
Είχαμε επισημάνει τη διαφορά ανάμεσα σε δύο πραγματικά συστεγαζόμενα σχολεία, όπου ο Σχολικός Νοσηλευτής παραμένει ουσιαστικά στο ίδιο σχολικό συγκρότημα, και σε δύο διαφορετικά κτίρια μεταξύ των οποίων απαιτείται πραγματική μετακίνηση.
Είχαμε εξηγήσει ότι η ανάγκη νοσηλευτικής παρέμβασης μέσα στο σχολείο δεν μπορεί πάντοτε να προγραμματιστεί. Ένα επείγον περιστατικό μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή και η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ασφαλούς σχολικής νοσηλευτικής φροντίδας.
Τότε μιλούσαμε για το τι θα μπορούσε να συμβεί.
Σήμερα μιλάμε για όσα αναφέρονται ότι συμβαίνουν στην πράξη.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν φαίνεται απλώς να επιβεβαιώνονται οι αρχικοί μας φόβοι, αλλά να εφαρμόζονται πρακτικές που υπερβαίνουν ακόμη και τα όρια που έθεσε η τελική διάταξη του νόμου.
Δεν ζητάμε να μείνει κανένα παιδί χωρίς Σχολικό Νοσηλευτή
Θέλω να είμαι απολύτως σαφής.
Οι Σχολικοί Νοσηλευτές δεν ζητούν να προστατευθεί ένα παιδί αφήνοντας ένα άλλο χωρίς υποστήριξη.
Δεν ήταν ποτέ αυτή η θέση μας.
Ακριβώς το αντίθετο.
Εδώ και χρόνια ζητούμε περισσότερους Σχολικούς Νοσηλευτές, ενίσχυση του θεσμού, μόνιμες οργανικές θέσεις, χαρτογράφηση των πραγματικών αναγκών του μαθητικού πληθυσμού και κατανομή του προσωπικού βάσει πραγματικών υγειονομικών και επιστημονικών κριτηρίων.
Ήδη κατά την περσινή συζήτηση είχαν κατατεθεί προτάσεις για μόνιμες οργανικές θέσεις Σχολικών Νοσηλευτών στη Γενική Εκπαίδευση, για επιστημονική αξιολόγηση των αναγκών και του κινδύνου, για χαρτογράφηση των αναγκών σχολικής υγειονομικής υποστήριξης και για ουσιαστικότερη θεσμική συμμετοχή του Υπουργείου Υγείας.
Η ανάγκη να υποστηριχθούν περισσότερα παιδιά είναι πραγματική και αδιαμφισβήτητη.
Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι να «μοιράσουμε» τον ίδιο Σχολικό Νοσηλευτή σε δύο, τρία ή περισσότερα σχολεία.
Η ανάγκη κάλυψης περισσότερων μαθητών απαιτεί περισσότερους Σχολικούς Νοσηλευτές — όχι λιγότερη παρουσία του ίδιου νοσηλευτή δίπλα σε κάθε παιδί.
Γιατί υπάρχει μια πραγματικότητα που καμία διοικητική απόφαση δεν μπορεί να αλλάξει:
Ένας Σχολικός Νοσηλευτής μπορεί να βρίσκεται μόνο σε ένα μέρος κάθε φορά.
Και όταν μιλάμε για την υγεία και την ασφάλεια ενός παιδιού, η απόσταση ανάμεσα στο να εμφανίζεται ένα σχολείο διοικητικά ως «καλυμμένο» και στο να υπάρχει πραγματικά εκεί ο επαγγελματίας υγείας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν
Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο τους Σχολικούς Νοσηλευτές.
Αφορά πρωτίστως τα παιδιά και τις οικογένειές τους.
Οι γονείς παιδιών με εγκεκριμένη υποστήριξη έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πώς ακριβώς παρέχεται αυτή η υποστήριξη στην πράξη.
Οι Σύλλογοι Γονέων πρέπει να γνωρίζουν.
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν.
Και η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει τι σημαίνει στην πράξη μία διοικητική απόφαση που «σπάει» την παρουσία του ίδιου Σχολικού Νοσηλευτή μεταξύ διαφορετικών σχολικών μονάδων.
Η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια:
Τηρείται σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα η ρητή πρόβλεψη του νόμου για ένα επιπλέον συστεγαζόμενο ή όμορο σχολείο και το όριο των 100 μέτρων;
Με ποια νομική βάση μετακινούνται Σχολικοί Νοσηλευτές σε σχολικές μονάδες που όχι μόνο βρίσκονται πέραν του ορίου των 100 μέτρων, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις απέχουν ακόμη και χιλιόμετρα από τη σχολική μονάδα τοποθέτησής τους;
Πώς διασφαλίζεται η εγκεκριμένη υποστήριξη ενός μαθητή τις ημέρες κατά τις οποίες ο Σχολικός Νοσηλευτής που έχει τοποθετηθεί για την υποστήριξή του βρίσκεται σε άλλο σχολείο;
Και, τελικά:
Όταν η Πολιτεία εγκρίνει την υποστήριξη ενός παιδιού από Σχολικό Νοσηλευτή, ποιος διασφαλίζει ότι αυτή η υποστήριξη παρέχεται πραγματικά και καθ' όλη τη διάρκεια που το παιδί βρίσκεται στο σχολείο;
Έναν χρόνο πριν προειδοποιήσαμε.
Στη συνέχεια ακολουθήσαμε το νέο θεσμικό πλαίσιο με το ήθος, τον επαγγελματισμό και την αίσθηση ευθύνης που επιβάλλει ο ρόλος μας.
Και παραμείναμε εκεί όπου βρισκόμαστε πάντα:
δίπλα στους μαθητές μας.
Σήμερα οφείλουμε να μιλήσουμε ξανά.
Όχι για να πούμε «σας τα είχαμε πει».
Αλλά γιατί η εγκεκριμένη νοσηλευτική υποστήριξη ενός παιδιού δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αριθμό πάνω σε έναν πίνακα κατανομής προσωπικού.
Και γιατί η επιτυχία του θεσμού του Σχολικού Νοσηλευτή δεν μπορεί να μετριέται από το πόσα σχολεία εμφανίζονται διοικητικά ως «καλυμμένα».
Μετριέται από το αν ο Σχολικός Νοσηλευτής βρίσκεται δίπλα στο παιδί τη στιγμή που πραγματικά τον χρειάζεται.
*Πρόεδρος Πανελλήνιου Συλλόγου Σχολικών Νοσηλευτών (ΠΑ.ΣΥ.Σ.ΝΟ.)