Με αφορμή το άρθρο του Νίκου Τσούλια «Η επιστήμη προάγει μια όμορφη μαγεία, τη μαγεία της σκέψης του ανθρώπου», αξίζει να σταθούμε σε ένα ερώτημα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης: τι σημαίνει πραγματικά να κατανοούμε; Η επιστήμη πράγματι δεν καταργεί τη μαγεία του κόσμου. Αντίθετα, πολλές φορές μεταφέρει το θαυμαστό από το πεδίο του ανεξήγητου στο πεδίο της αναζήτησης και της ανακάλυψης. Όμως υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στη γνώση και στην κατανόηση. Μπορούμε να γνωρίζουμε μια πληροφορία χωρίς να κατανοούμε τη σημασία της. Μπορούμε να γνωρίζουμε πώς λειτουργεί κάτι χωρίς να έχουμε κατανοήσει γιατί έχει σημασία για τον άνθρωπο. Και αυτή ακριβώς η διάκριση γίνεται σήμερα πιο επείγουσα, επειδή μια μηχανή μπορεί να παράγει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κείμενα, εξηγήσεις, επιχειρήματα και λύσεις που παλαιότερα απαιτούσαν ώρες ανθρώπινης εργασίας.
Από ανθρωπολογική άποψη, ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα ον που συλλέγει και επεξεργάζεται πληροφορίες. Είναι ένα ον που αποδίδει νόημα στην εμπειρία του. Η γνώση αποκτά ανθρώπινη σημασία όταν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: στην προσωπική εμπειρία, στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στις αξίες και στις επιλογές μας. Αυτό είναι που διαφοροποιεί την απλή κατοχή γνώσης από την Παιδεία.
Η Παιδεία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η απλή συσσώρευση πληροφοριών. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι γνωρίζει ο άνθρωπος, αλλά για το πώς κατανοεί τον κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν. Η εκπαίδευση, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί στη μεταφορά περιεχομένου από τον δάσκαλο στον μαθητή. Ο στόχος της είναι να διαμορφώσει έναν άνθρωπο ικανό να συνδέει το επιμέρους με το όλον, το γεγονός με τη σημασία του, τη γνώση με την κρίση και την κρίση με την πράξη.
Εδώ η σκέψη του Max Weber αποκτά μια ιδιαίτερα επίκαιρη σημασία. Η «απομάγευση» του κόσμου συνδέεται με τη διαδικασία της ορθολογικοποίησης: όλο και περισσότερες πλευρές της πραγματικότητας γίνονται αντικείμενα υπολογισμού, πρόβλεψης και τεχνικού ελέγχου. Όμως ο Weber, ως κοινωνιολόγος, δεν ενδιαφερόταν μόνο για το πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τα φαινόμενα. Τον απασχολούσε εξίσου το πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη δράση, δηλαδή το νόημα που οι ίδιοι οι άνθρωποι αποδίδουν σε όσα κάνουν. Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στο Erklären και το Verstehen. Το πρώτο αναζητά σχέσεις, αιτίες, κανονικότητες· το δεύτερο αναζητά το νόημα μιας ανθρώπινης πράξης μέσα στον κόσμο του ανθρώπου που την πραγματοποιεί.
Και αυτή η διάκριση αποκτά νέα επικαιρότητα με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει θεαματικά το Erklären: να επεξεργάζεται δεδομένα, να εντοπίζει μοτίβα, να συσχετίζει πληροφορίες, να διατυπώνει πιθανές εξηγήσεις. Το Verstehen, όμως, δεν είναι απλώς περισσότερη επεξεργασία δεδομένων. Προϋποθέτει ερμηνεία του νοήματος, κατανόηση του πλαισίου, κρίση και σχέση με τον ανθρώπινο κόσμο. Με άλλα λόγια, όσο η τεχνολογία γίνεται ισχυρότερη στην εξήγηση του «πώς», τόσο πιο κρίσιμο γίνεται για την Παιδεία να καλλιεργεί την ικανότητα να ρωτάμε «τι σημαίνει αυτό για τον άνθρωπο και γιατί έχει σημασία;».
Το ζήτημα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές μέσα στην τάξη. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ένα μάθημα Ιστορίας. Ο εκπαιδευτικός ζητά από τους μαθητές να εξετάσουν γιατί ξέσπασε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Σε λίγα δευτερόλεπτα η ΤΝ μπορεί να δώσει μια άρτια οργανωμένη απάντηση: πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αιτίες, χρονολογίες, πρόσωπα και συνέπειες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο μαθητής θεωρήσει ότι, επειδή έχει πλέον την απάντηση, έχει και κατανοήσει το γεγονός. Ο εκπαιδευτικός μπορεί τότε να ρωτήσει: «Ποια από αυτές τις αιτίες θεωρείτε σημαντικότερη και γιατί;», «Θα μπορούσε το γεγονός να είχε αποφευχθεί;», «Πώς θα το έβλεπε ένας άνθρωπος που ζούσε εκείνη την εποχή;», «Σε ποιο σημείο διαφωνείτε με την απάντηση της ΤΝ και με ποια επιχειρήματα;». Ξαφνικά η έτοιμη απάντηση της μηχανής γίνεται αφετηρία για σκέψη. Ο μαθητής δεν καλείται πλέον να αναπαραγάγει γνώση αλλά να ερμηνεύσει, να συγκρίνει, να αμφισβητήσει, να επιχειρηματολογήσει.
Αυτό έχει άμεσες συνέπειες και για την αξιολόγηση. Αν η ΤΝ μπορεί να παράγει μια εξαιρετική απάντηση σε ένα τυπικό ερώτημα, τότε η αξιολόγηση που ελέγχει αποκλειστικά την αναπαραγωγή πληροφοριών χάνει μεγάλο μέρος της αξίας της. Δεν αρκεί πλέον να ρωτάμε αν ο μαθητής γνωρίζει τη σωστή απάντηση. Πρέπει να εξετάζουμε αν κατανοεί, αν μπορεί να αιτιολογήσει, να διακρίνει, να συγκρίνει, να αμφισβητήσει και να υπερασπιστεί μια θέση. Η αξιολόγηση μετακινείται έτσι από την κατοχή της γνώσης στην ποιότητα της σκέψης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι γνωρίζει ο μαθητής;», αλλά «τι καταλαβαίνει, πώς το κρίνει και τι μπορεί να κάνει με αυτό που γνωρίζει;». Δεν μπορεί όμως η μηχανή να υποκαταστήσει την προσωπική ευθύνη του μαθητή απέναντι στην ίδια του την απάντηση. Και ακριβώς εδώ η αξιολόγηση συναντά την Παιδεία.
Μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο ο ρόλος του εκπαιδευτικού. Αν η βασική λειτουργία του σχολείου ήταν να μεταφέρει πληροφορίες, η ΤΝ θα μπορούσε πράγματι να υποκαταστήσει ένα σημαντικό μέρος της. Η πληροφορία όμως δεν είναι πλέον το σπάνιο αγαθό της εκπαίδευσης. Ο μαθητής έχει πρόσβαση σε μια σχεδόν απεριόριστη δεξαμενή γνώσεων και μπορεί να ζητήσει από μια μηχανή να του εξηγήσει σχεδόν οτιδήποτε. Ο εκπαιδευτικός, επομένως, δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τη μηχανή στην ταχύτητα ή στην ποσότητα των πληροφοριών. Ο ρόλος του γίνεται διαφορετικός και, κατά μία έννοια, σημαντικότερος. Είναι αυτός που οργανώνει τη συνάντηση του μαθητή με τη γνώση, θέτει τα ουσιαστικά ερωτήματα, δημιουργεί διάλογο, εντοπίζει παρανοήσεις, προκαλεί αμφισβήτηση και βοηθά τον μαθητή να μετατρέψει την πληροφορία σε προσωπική κατανόηση. Η σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή δεν είναι μεταφορά δεδομένων. Είναι μια ανθρώπινη σχέση μέσα στην οποία η γνώση μπορεί να γίνει εμπειρία, η εμπειρία κρίση και η κρίση προσωπική στάση.
Η μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, για το σχολείο της εποχής της ΤΝ δεν είναι να προστατεύσει τον μαθητή από τις μηχανές. Είναι να προστατεύσει την ανθρώπινη σκέψη από την ψευδαίσθηση ότι μια γρήγορη και πειστική απάντηση ισοδυναμεί με κατανόηση. Η ΤΝ μπορεί να βρει πληροφορίες, να εξηγήσει έννοιες, να οργανώσει ένα κείμενο και να προτείνει λύσεις. Δεν μπορεί όμως να αποφασίσει για τον άνθρωπο ποια ερώτηση αξίζει να τεθεί, ποια γνώση έχει ουσιαστική σημασία, ποια ερμηνεία είναι δικαιότερη ή ποια επιλογή είναι ανθρώπινα σωστή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΤΝ είναι εχθρός της Παιδείας. Αντίθετα, μπορεί να γίνει ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο της, εφόσον χρησιμοποιηθεί για να απελευθερώσει χρόνο και δυνατότητες για εκείνο που η μηχανή δεν μπορεί να υποκαταστήσει: τον διάλογο, την κρίση, την ερμηνεία, τη δημιουργικότητα και τη διαμόρφωση προσώπων.
Ίσως, τελικά, εδώ βρίσκεται η σύγχρονη εκδοχή της «μαγείας της σκέψης» που περιγράφει ο Νίκος Τσούλιας: όχι στην ποσότητα των πληροφοριών που μπορούμε να αποκτήσουμε ούτε στην ταχύτητα με την οποία παίρνουμε μια απάντηση, αλλά στην ικανότητά μας να μετατρέπουμε την πληροφορία σε γνώση, τη γνώση σε κατανόηση, την κατανόηση σε κρίση και την κρίση σε υπεύθυνη πράξη.
Η Παιδεία δεν είναι η κατάκτηση του κόσμου από τη γνώση. Είναι η διαμόρφωση του ανθρώπου που μπορεί να δώσει νόημα σε αυτήν.