Λογοκλοπή στα ελληνικά πανεπιστήμια: Έχουμε ποινές. Δεν έχουμε ακόμη σύστημα.
Ο νέος νόμος χαρακτηρίζει τη λογοκλοπή πειθαρχικό παράπτωμα και προβλέπει καταγραφή και λογοδοσία. Σωστά. Υπάρχει όμως ένα πρακτικό πρόβλημα: ανάμεσα στον εντοπισμό μιας παράβασης και στην επιβολή μιας ποινής χρειάζεται ένα λειτουργικό σύστημα διαχείρισης. Και αυτό σήμερα παραμένει ασαφές.
Ας πάρουμε ένα τμήμα με 1.000 φοιτητές και ας υποθέσουμε, μόνο για χάρη του παραδείγματος, ότι μέσα σε ένα ακαδημαϊκό έτος το 10% εμπλέκεται σε κάποιο περιστατικό ακαδημαϊκής ακεραιότητας.
Δεν πρόκειται βέβαια για εκατό φοιτητές που αγόρασαν πτυχιακές εργασίες. Κάποιος έκανε κακή παράφραση, κάποιος παρέλειψε παραπομπές, άλλος αντέγραψε αρκετές παραγράφους, κάποιος συνεργάστηκε αθέμιτα με συμφοιτητή του, κάποιος χρησιμοποίησε γενετική τεχνητή νοημοσύνη εκεί όπου δεν επιτρεπόταν. Και, ασφαλώς, θα υπάρχουν και ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις εσκεμμένης εξαπάτησης.
Εκατό περιστατικά διαφορετικής φύσης και βαρύτητας.
Με το ισχύον πλαίσιο, η λογοκλοπή αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και η πειθαρχική δίωξη ασκείται από τον Πρόεδρο του Τμήματος μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Ένας Πρόεδρος όμως ήδη διδάσκει, ερευνά και διοικεί ένα Τμήμα. Αν κάθε περιστατικό ακαδημαϊκής ακεραιότητας αντιμετωπίζεται εξαρχής ως πλήρης πειθαρχική υπόθεση, το σύστημα είναι πολύ εύκολο να υπερφορτωθεί.
Και όταν μια διαδικασία είναι υπερβολικά βαριά, συνήθως συμβαίνει κάτι απολύτως προβλέψιμο: χρησιμοποιείται λιγότερο.
Το κενό βρίσκεται πριν από την ποινή
Ο νόμος προβλέπει παραπτώματα και διαφορετικές ποινές και λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα και την πρόθεση. Το καθημερινό πρόβλημα του διδάσκοντα, όμως, αρχίζει νωρίτερα.
Τι κάνει με έναν πρωτοετή που δεν έχει μάθει ακόμη να παραφράζει σωστά; Τι γίνεται με μια μικρή παράλειψη παραπομπής; Με έναν φοιτητή που έχει ήδη κάνει το ίδιο σε άλλο μάθημα; Πότε μια παράβαση πρέπει να αντιμετωπιστεί εκπαιδευτικά και πότε χρειάζεται επίσημη πειθαρχική διαδικασία;
Σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού αυτές οι ερωτήσεις έχουν ενσωματωθεί στη διαδικασία. Το University of Sydney, για παράδειγμα, διακρίνει μεταξύ minor breach, major breach και student misconduct, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το επίπεδο σπουδών, την έκταση της παράβασης και το προηγούμενο ιστορικό. Το University of Sheffield χρησιμοποιεί αντίστοιχη λογική, ξεχωρίζοντας την φτωχή ακαδημαϊκή πρακτική από σοβαρότερες μορφές misconduct.
Η χρησιμότητα αυτής της προσέγγισης είναι πρακτική. Ένας πρωτοετής που έκανε προβληματική παράφραση δεν χρειάζεται την ίδια διαδικασία με έναν τελειόφοιτο που αγόρασε την πτυχιακή του.
Ένα απλό ελληνικό μοντέλο
Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα κοινό σύστημα τριών επιπέδων.
Επίπεδο 1: εκπαιδευτικό περιστατικό ή μικρή πρώτη παράβαση. Περιορισμένα λάθη παραπομπών, προβληματική παράφραση ή περιστατικά που δείχνουν ανεπαρκή γνώση των κανόνων. Ο διδάσκων μπορεί να τα χειρίζεται με συγκεκριμένες οδηγίες, εκπαιδευτική παρέμβαση και, όπου χρειάζεται, ακαδημαϊκή συνέπεια.
Επίπεδο 2: ουσιαστική παράβαση ακαδημαϊκής ακεραιότητας. Σημαντικότερη λογοκλοπή, αθέμιτη συνεργασία, επανάληψη προηγούμενης παράβασης ή σαφής παραβίαση κανόνων χρήσης γενετικής ΤΝ. Αυτές οι περιπτώσεις χρειάζονται τυποποιημένη διερεύνηση σε επίπεδο Τμήματος.
Επίπεδο 3: σοβαρό academic misconduct. Εκτεταμένη λογοκλοπή, αγορά ή ανάθεση εργασιών, κατασκευή ή παραποίηση δεδομένων και οργανωμένη εξαπάτηση. Εδώ πρέπει να ενεργοποιείται ο πλήρης πειθαρχικός μηχανισμός.
Όλα τα επίπεδα πρέπει να καταγράφονται σε ένα ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα. Αυτό είναι απαραίτητο για έναν πολύ απλό λόγο: δύο «μικρές πρώτες παραβάσεις» σε δύο διαφορετικά μαθήματα δεν είναι πλέον πρώτη παράβαση την τρίτη φορά.
Η καταγραφή επιτρέπει επίσης στο ίδρυμα να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει: πόσα περιστατικά υπάρχουν, πόσα είναι επαναλαμβανόμενα, πόσο χρόνο απαιτεί η διαχείρισή τους και ποιες κυρώσεις εφαρμόζονται.
Έτσι λύνονται μαζί δύο προβλήματα: η διαβάθμιση και η συνέπεια.
Το δύσκολο μέρος αρχίζει όταν εντοπιστεί η παράβαση
Αυτό είναι ένα ζήτημα που είχα περιγράψει ήδη το 2018 στη δημοσίευσή μου “Plagiarism Management: Challenges, Procedure, and Workflow Automation”.
Όταν ένας διδάσκων εντοπίσει πιθανή λογοκλοπή, πρέπει να εξεταστούν τα στοιχεία, να εκτιμηθεί η βαρύτητα, να ελεγχθεί αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό, να ενημερωθεί ο φοιτητής, να ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και να καταγραφεί το αποτέλεσμα.
Όσο πιο περίπλοκη και χρονοβόρα είναι αυτή η αλυσίδα, τόσο αυξάνεται το διοικητικό κόστος της αναφοράς. Και κάποια στιγμή εμφανίζεται το γνωστό «πού να μπλέκουμε τώρα;».
Στη δημοσίευση είχα προτείνει τυποποιημένα workflows, διαγράμματα αποφάσεων, πρότυπα επικοινωνίας και αυτοματοποίηση των επαναλαμβανόμενων βημάτων.
Η βασική ιδέα είναι απλή: αν θέλουμε να εφαρμόζεται μια πολιτική, πρέπει να κάνουμε την εφαρμογή της εύκολη.
Η αναφορά δεν πρέπει να τιμωρεί τον καθηγητή
Έχοντας εργαστεί ως Authorised Officer για θέματα ακαδημαϊκής ακεραιότητας σε μεγάλο πανεπιστήμιο της Αυστραλίας, συμμετείχα στην ανάπτυξη paperless διαδικασιών για την αναφορά, εξέταση και καταγραφή τέτοιων περιστατικών.
Ο διδάσκων που εντοπίζει μια πιθανή παράβαση δεν θα έπρεπε να ψάχνει κάθε φορά από την αρχή ποιος κανονισμός ισχύει, ποια φόρμα χρειάζεται, ποια επιστολή στέλνεται και ποιο είναι το επόμενο βήμα.
Μια σωστά οργανωμένη διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικές φόρμες, decision trees, checklists, πρότυπες ειδοποιήσεις, αυτόματο υπολογισμό προθεσμιών και πρόσβαση στο προηγούμενο ιστορικό του φοιτητή. Έχω συγκεντρώσει τέτοιες προτάσεις και εργαλεία στη σελίδα μου για τα Plagiarism Systems και την αυτοματοποίηση της διαδικασίας.
Πρόκειται κυρίως για οργάνωση και σχεδιασμό της διαδικασίας. Η τεχνολογία είναι το εύκολο κομμάτι.
Ο νέος νόμος κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση προβλέποντας απολογιστική καταγραφή των πειθαρχικών υποθέσεων. Για να έχει όμως νόημα η απολογιστική εικόνα στο τέλος του έτους, πρέπει να λειτουργεί η καθημερινή διαδικασία που παράγει αυτά τα δεδομένα.
Και τώρα υπάρχει και η τεχνητή νοημοσύνη
Η γενετική ΤΝ πρόσθεσε μια ακόμη διάσταση στο πρόβλημα. Ο νόμος δεν δημιουργεί ξεχωριστή κατηγορία «AI plagiarism» ή «AIgiarism», ενώ οι διδάσκοντες πρέπει ήδη να απαντούν σε ερωτήματα που πριν από τρία χρόνια σχεδόν δεν υπήρχαν.
Επιτρέπεται η χρήση ChatGPT για brainstorming; Για γλωσσική διόρθωση; Για μετάφραση ή συγγραφή κώδικα; Πότε πρέπει να δηλώνεται η χρήση του; Σε ποιο σημείο η ΤΝ παύει να είναι βοηθητικό εργαλείο και εκτελεί τη γνωστική εργασία που καλούμαστε να αξιολογήσουμε;
Χρειάζονται κοινές οδηγίες. Διαφορετικά, η ίδια χρήση μπορεί να θεωρείται αποδεκτή σε ένα μάθημα και σοβαρή παράβαση στο επόμενο.
Η διεθνής συζήτηση έχει ήδη προχωρήσει πέρα από την αναζήτηση ενός «AI detector» που θα λύσει μαγικά το πρόβλημα. Μεγαλύτερη έμφαση δίνεται πλέον στον σχεδιασμό των αξιολογήσεων: προσωπική εμπλοκή, ενδιάμεσα στάδια, τεκμηρίωση της διαδικασίας και σαφή απόδειξη των μαθησιακών αποτελεσμάτων.
Τι χρειάζεται λοιπόν;
Στην πράξη, το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται ένα ενιαίο πλαίσιο που να συνδέει τέσσερα πράγματα: διαβάθμιση των παραβάσεων, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, κεντρική ηλεκτρονική καταγραφή και απλές ψηφιακές διαδικασίες διαχείρισης.
Σε αυτά πρέπει πλέον να προστεθούν και κοινές οδηγίες για τη χρήση γενετικής τεχνητής νοημοσύνης.
Ο στόχος είναι η συνέπεια. Παρόμοιες περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο, ανεξάρτητα από το μάθημα, το Τμήμα ή το πανεπιστήμιο. Ο φοιτητής πρέπει να γνωρίζει τους κανόνες και ο διδάσκων να ξέρει τι ακριβώς κάνει όταν τους βλέπει να παραβιάζονται.
Τέσσερα χρόνια προτάσεις. Τι περιμένουμε;
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχω καταθέσει προτάσεις και έχω αναπτύξει εγχειρίδια, διαγράμματα ροής, εφαρμογές, αυτοματοποιημένες διαδικασίες καταγραφής και εκπαιδευτικό υλικό γι’ αυτό ακριβώς το πρόβλημα.
Η διεθνής εμπειρία είναι διαθέσιμη. Υπάρχει πλέον και το νομικό πλαίσιο. Οι τεχνολογικές λύσεις είναι γνωστές.
Χρειάζεται εφαρμογή.
Γιατί κάθε φορά που μια παράβαση εντοπίζεται και τελικά εγκαταλείπεται λόγω φόρτου ή ασαφούς διαδικασίας, το αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στον συγκεκριμένο φοιτητή. Το βλέπουν και οι υπόλοιποι.
Ο παραβάτης μαθαίνει ότι ίσως το ρίσκο αξίζει. Ο συμφοιτητής του που πέρασε το Σαββατοκύριακο γράφοντας μόνος του την εργασία αρχίζει να αναρωτιέται γιατί τήρησε κανόνες που εφαρμόζονται περιστασιακά.
Και τότε το πρόβλημα της λογοκλοπής γίνεται κάτι μεγαλύτερο.
Γίνεται πρόβλημα δικαιοσύνης και αξιοπιστίας του ίδιου του πανεπιστημίου.
Ο νόμος υπάρχει. Οι λύσεις υπάρχουν.
Τι περιμένουμε;
Ο Δρ Άγγελος Ροδαφηνός είναι Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και διδάσκει Νέες Τεχνολογίες. Σπούδασε και εργάστηκε σε 13 πανεπιστήμια στην Αμερική, Αυστραλία, Κύπρο και Ελλάδα.
* Σημείωση του συγγραφέα: Το άρθρο συντάχθηκε με τη βοήθεια TN (GPT). Ό,τι λάθος είναι της ΤΝ. Ό,τι έξυπνο, ανθρώπινο και χρήσιμο ανήκει στον Δρ Ρο, που έκανε τις σωστές προτροπές, τη σωστή επεξεργασία, και τις σωστές ερωτήσεις.