Καιρός: Έρχεται έντονη αστάθεια με μπόρες και καταιγίδες – Ποιες περιοχές μπαίνουν πρώτες στο «στόχαστρο»

Εκπαίδευση 0

Διαδραστικοί πίνακες: Όταν η τεχνολογία δεν αρκεί

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
«Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει δυνατότητες που πριν από μερικές δεκαετίες ήταν δύσκολο ακόμη και να φανταστούμε»

Οι διαδραστικοί πίνακες μπήκαν στις σχολικές αίθουσες με μεγάλες υποσχέσεις. Παρουσιάστηκαν ως ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του «σχολείου του μέλλοντος», ως σύμβολο ενός πιο σύγχρονου, ψηφιακού και αποτελεσματικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η εικόνα μιας αίθουσας με έναν μεγάλο διαδραστικό πίνακα στον τοίχο έμοιαζε να σηματοδοτεί την είσοδο του σχολείου σε μια νέα εποχή.

Η προσδοκία ήταν εύλογη. Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει δυνατότητες που πριν από μερικές δεκαετίες ήταν δύσκολο ακόμη και να φανταστούμε. Εικόνες, βίντεο, χάρτες, προσομοιώσεις, διαδραστικές ασκήσεις, ψηφιακά πειράματα και εκπαιδευτικές εφαρμογές μπορούν να μετατρέψουν την τάξη σε έναν χώρο πλούσιο σε ερεθίσματα και δυνατότητες εξερεύνησης.

Ωστόσο, μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, ένα βασικό ερώτημα παραμένει:

Έφεραν πράγματι οι διαδραστικοί πίνακες το αποτέλεσμα που περιμέναμε;

Η απάντηση δεν είναι ούτε ένα απλό «ναι» ούτε ένα απόλυτο «όχι». Το πραγματικό ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Η παρουσία μιας τεχνολογικής συσκευής στην τάξη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η μάθηση.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση της ψηφιακής εκπαίδευσης: συχνά θεωρούμε ότι η εισαγωγή ενός νέου εργαλείου συνεπάγεται και αλλαγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Ένας παραδοσιακός τρόπος διδασκαλίας μπορεί απλώς να μεταφερθεί από τον μαυροπίνακα ή το βιβλίο σε μια ψηφιακή οθόνη.

Όταν το παλιό μάθημα αποκτά απλώς μεγαλύτερη οθόνη

Σε αρκετές περιπτώσεις, ο διαδραστικός πίνακας χρησιμοποιείται ως ένας ιδιαίτερα ακριβός προβολέας. Ο εκπαιδευτικός προβάλλει το βιβλίο, μια παρουσίαση PowerPoint, σημειώσεις ή μια εικόνα και συνεχίζει να παραδίδει το μάθημα με τον ίδιο περίπου τρόπο που το έκανε και πριν.

Η διαφορά είναι ότι πλέον το περιεχόμενο εμφανίζεται σε μια μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή οθόνη.

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί από μόνο του παιδαγωγική καινοτομία.

Αν ο μαθητής εξακολουθεί να είναι παθητικός δέκτης πληροφοριών, αν ο εκπαιδευτικός εξακολουθεί να μιλά για το μεγαλύτερο μέρος της διδακτικής ώρας και αν η διαδικασία εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην απομνημόνευση, τότε η τεχνολογία έχει αλλάξει περισσότερο τη μορφή παρά την ουσία του μαθήματος.

Με άλλα λόγια, ένα παραδοσιακό μάθημα μπορεί να μεταφερθεί σε μια ψηφιακή οθόνη και να βαφτιστεί «σύγχρονο» χωρίς να έχει γίνει πραγματικά πιο σύγχρονο.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της συζήτησης.

Δεν αρκεί να αντικαταστήσουμε τον μαυροπίνακα με έναν ψηφιακό πίνακα. Χρειάζεται να επανεξετάσουμε και το τι κάνουμε μπροστά από αυτόν.

Τι σημαίνει πραγματικά «διαδραστικό»;

Η ίδια η ονομασία «διαδραστικός πίνακας» δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα προσδοκία. Η λέξη «διαδραστικός» παραπέμπει σε συμμετοχή, αλληλεπίδραση, πειραματισμό και ενεργό ρόλο του μαθητή.

Όμως ένας πίνακας δεν γίνεται πραγματικά διαδραστικός απλώς και μόνο επειδή διαθέτει οθόνη αφής.

Η πραγματική διαδραστικότητα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν οι μαθητές στη μαθησιακή διαδικασία.

Για παράδειγμα, ένας πίνακας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα διαδραστικό πρόβλημα μαθηματικών, όπου οι μαθητές καλούνται να διατυπώσουν υποθέσεις και να ελέγξουν διαφορετικές λύσεις. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη φυσική για την παρατήρηση μιας προσομοίωσης, στη γεωγραφία για την εξερεύνηση ενός χάρτη, στη γλώσσα για τη συλλογική δημιουργία ενός κειμένου ή στην ιστορία για την ανάλυση ιστορικών πηγών.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τεχνολογία μπορεί πράγματι να προσθέσει αξία.

Αντίθετα, όταν ο εκπαιδευτικός απλώς γράφει στον πίνακα και οι μαθητές αντιγράφουν, τότε η περίφημη «διαδραστικότητα» περιορίζεται στην κίνηση ενός δακτύλου πάνω στην οθόνη.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν ο πίνακας είναι τεχνολογικά προηγμένος.

Το ερώτημα είναι:

Τι κάνει ο μαθητής που δεν θα μπορούσε να κάνει εξίσου καλά χωρίς αυτόν;

Αν η απάντηση είναι «σχεδόν τίποτα», τότε μάλλον δεν αξιοποιούμε πραγματικά τις δυνατότητες της τεχνολογίας.

Τι δείχνει η διεθνής πραγματικότητα;

Το ζήτημα, πάντως, δεν αφορά μόνο τη χώρα μας. Σε διεθνές επίπεδο, η αρχική πεποίθηση ότι περισσότερη τεχνολογία σημαίνει αυτόματα καλύτερη εκπαίδευση έχει αρχίσει να αμφισβητείται.

Για αρκετά χρόνια, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ποσότητα: πόσους υπολογιστές διαθέτει ένα σχολείο, πόσους διαδραστικούς πίνακες έχει, πόσες ψηφιακές συσκευές βρίσκονται στα χέρια των μαθητών και πόσο γρήγορη είναι η σύνδεση στο διαδίκτυο.

Σήμερα, όμως, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο από την ποσότητα της τεχνολογίας στην ποιότητα της χρήσης της.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον:

«Πόση τεχνολογία έχουμε;»

αλλά:

«Τι προσφέρει πραγματικά αυτή η τεχνολογία στη μάθηση;»

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει ως εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εκπαιδευτική πολιτική. Η ύπαρξη συσκευών, λογισμικού και ψηφιακών πλατφορμών δεν εγγυάται καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή υπάρχει ένας πειρασμός στην εκπαιδευτική πολιτική: να μετράμε εύκολα ό,τι είναι εύκολο να μετρηθεί.

Είναι εύκολο να μετρήσουμε πόσους πίνακες αγοράσαμε.

Είναι εύκολο να μετρήσουμε πόσες αίθουσες εξοπλίστηκαν.

Είναι πολύ δυσκολότερο να μετρήσουμε αν οι μαθητές έμαθαν καλύτερα, αν ανέπτυξαν κριτική σκέψη, αν συμμετείχαν περισσότερο, αν συνεργάστηκαν αποτελεσματικότερα ή αν απέκτησαν βαθύτερη κατανόηση.

Κι όμως, αυτά είναι τα πραγματικά ζητούμενα.

Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά την παιδαγωγική

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι ότι η τεχνολογική αναβάθμιση συχνά αντιμετωπίζεται σαν τεχνικό έργο.

Αγοράζουμε εξοπλισμό.

Τον εγκαθιστούμε.

Τον συνδέουμε στο διαδίκτυο.

Και θεωρούμε ότι η ψηφιακή μετάβαση ολοκληρώθηκε.

Στην πραγματικότητα, εκεί θα έπρεπε να ξεκινά.

Η αγορά ενός διαδραστικού πίνακα είναι το εύκολο μέρος. Το δύσκολο είναι να απαντήσουμε στο ερώτημα πώς θα χρησιμοποιηθεί παιδαγωγικά.

Ποια μαθήματα μπορούν να επωφεληθούν περισσότερο;

Ποιες δραστηριότητες μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικές;

Πώς θα συμμετέχουν περισσότεροι μαθητές;

Πώς θα αξιοποιηθεί η τεχνολογία για μαθητές με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικούς τρόπους μάθησης;

Πώς θα αποφύγουμε την παθητική παρακολούθηση μιας οθόνης;

Και κυρίως: πώς θα διασφαλίσουμε ότι η τεχνολογία υπηρετεί τη μάθηση και δεν γίνεται αυτοσκοπός;

Αυτές είναι παιδαγωγικές ερωτήσεις και όχι τεχνικές.

Επενδύσαμε στον εξοπλισμό, αλλά επενδύσαμε αρκετά στον εκπαιδευτικό;

Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις.

Μπορεί ένα σχολείο να διαθέτει σύγχρονους διαδραστικούς πίνακες, αλλά οι εκπαιδευτικοί να μην έχουν λάβει την απαραίτητη επιμόρφωση για να τους αξιοποιήσουν.

Και αυτό δεν είναι παράλογο.

Η γνώση της χρήσης μιας συσκευής δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη γνώση της παιδαγωγικής αξιοποίησής της.

Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να γνωρίζει πώς να ανοίξει μια εφαρμογή, να προβάλλει ένα βίντεο ή να γράψει στην οθόνη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γνωρίζει πώς να σχεδιάσει ένα μάθημα στο οποίο η τεχνολογία θα ενισχύσει την ενεργό συμμετοχή των μαθητών.

Η επιμόρφωση, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται σε τεχνικές οδηγίες.

Δεν αρκεί να μάθει κάποιος «πού πατάμε».

Χρειάζεται να μάθει πότε αξίζει να πατήσουμε.

Χρειάζεται να κατανοήσει ποια εργαλεία εξυπηρετούν συγκεκριμένους μαθησιακούς στόχους και ποια απλώς προσθέτουν εντυπωσιασμό.

Και αυτό απαιτεί χρόνο, υποστήριξη, ανταλλαγή καλών πρακτικών και συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη.

Η τεχνική υποστήριξη είναι εξίσου σημαντική

Υπάρχει και μια άλλη πλευρά που συχνά παραβλέπεται: η τεχνολογία χρειάζεται συντήρηση.

Ένας πίνακας μπορεί να παρουσιάσει τεχνικό πρόβλημα. Ένας υπολογιστής μπορεί να μην συνδέεται. Το διαδίκτυο μπορεί να μην λειτουργεί. Μια εφαρμογή μπορεί να μην ανοίγει. Ένα λογισμικό μπορεί να χρειάζεται ενημέρωση.

Όταν τέτοια προβλήματα επαναλαμβάνονται, ο εκπαιδευτικός είναι φυσικό να αποθαρρύνεται.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

ο εξοπλισμός υπάρχει, αλλά δεν χρησιμοποιείται συστηματικά·

δεν χρησιμοποιείται επειδή δεν είναι πάντα αξιόπιστος·

και επειδή δεν χρησιμοποιείται, δεν αναπτύσσονται ούτε οι απαραίτητες δεξιότητες για την ουσιαστική αξιοποίησή του.

Η τεχνολογική επένδυση, επομένως, δεν τελειώνει με την αγορά της συσκευής. Περιλαμβάνει υποστήριξη, συντήρηση, ανανέωση και επιμόρφωση.

Όταν η οθόνη γίνεται περισπασμός

Υπάρχει επίσης ένα ζήτημα που δεν πρέπει να υποτιμούμε: η προσοχή.

Η ψηφιακή τεχνολογία έχει τη δυνατότητα να κάνει το μάθημα πιο ζωντανό, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αυξήσει τους περισπασμούς.

Ένα βίντεο μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση ενός φαινομένου. Μπορεί όμως και να λειτουργήσει απλώς ως ευχάριστο διάλειμμα χωρίς ουσιαστικό μαθησιακό στόχο.

Μια εντυπωσιακή παρουσίαση μπορεί να τραβήξει την προσοχή. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οδηγεί σε βαθύτερη κατανόηση.

Ένα ψηφιακό παιχνίδι μπορεί να αυξήσει τον ενθουσιασμό. Δεν σημαίνει ότι κάθε φορά αυξάνει και τη μάθηση.

Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο: η εμπλοκή δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα με τη μάθηση.

Ένας μαθητής μπορεί να εντυπωσιάζεται από κάτι, να διασκεδάζει ή να συμμετέχει ενεργά σε μια δραστηριότητα χωρίς τελικά να έχει κατανοήσει σε βάθος το αντικείμενο.

Ο καλός εκπαιδευτικός, επομένως, πρέπει να διακρίνει ανάμεσα στο «εντυπωσιακό» και στο «εκπαιδευτικά αποτελεσματικό».

Και το βιβλίο;

Η συζήτηση για τους διαδραστικούς πίνακες συχνά οδηγεί σε μια ψευδή αντίθεση:

τεχνολογία εναντίον βιβλίου.

Όμως δεν χρειάζεται να επιλέξουμε στρατόπεδο.

Το βιβλίο, το τετράδιο, η γραφή με το χέρι, η συζήτηση στην τάξη, η επίλυση προβλημάτων και η άμεση επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητών δεν έγιναν ξαφνικά άχρηστα επειδή εμφανίστηκε η ψηφιακή τεχνολογία.

Αντίθετα, η πρόκληση του σύγχρονου σχολείου είναι να βρει τη σωστή ισορροπία.

Υπάρχουν δραστηριότητες στις οποίες η τεχνολογία προσφέρει τεράστιο πλεονέκτημα.

Υπάρχουν όμως και δραστηριότητες όπου ένα βιβλίο, ένα μολύβι, ένας διάλογος ή ένα απλό φύλλο εργασίας μπορεί να είναι αποτελεσματικότερα.

Γιατί να χρησιμοποιήσουμε μια ψηφιακή εφαρμογή για κάτι που γίνεται καλύτερα, γρηγορότερα και ουσιαστικότερα με χαρτί και μολύβι;

Η σωστή ερώτηση δεν είναι αν κάτι είναι ψηφιακό.

Η σωστή ερώτηση είναι αν είναι καλύτερο για τον συγκεκριμένο μαθησιακό στόχο.

Το πραγματικά σύγχρονο σχολείο

Ίσως εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.

Το πραγματικά σύγχρονο σχολείο δεν είναι εκείνο που έχει τις περισσότερες οθόνες.

Δεν είναι εκείνο που μπορεί να παρουσιάσει τον μεγαλύτερο κατάλογο ψηφιακού εξοπλισμού.

Δεν είναι εκείνο που αντικατέστησε κάθε έντυπο υλικό με μια ψηφιακή εκδοχή.

Σύγχρονο σχολείο είναι εκείνο που γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο εργαλείο με τρόπο που υπηρετεί τη μάθηση.

Αν χρειάζεται ένας διαδραστικός πίνακας, πρέπει να χρησιμοποιείται.

Αν χρειάζεται ένα βιβλίο, πρέπει να χρησιμοποιείται.

Αν χρειάζεται συζήτηση, πρέπει να γίνεται συζήτηση.

Αν χρειάζεται πείραμα, πρέπει να γίνεται πείραμα.

Αν χρειάζεται οι μαθητές να αφήσουν τις οθόνες και να συνεργαστούν πρόσωπο με πρόσωπο, τότε αυτό ακριβώς πρέπει να συμβεί.

Η τεχνολογία δεν πρέπει να καταλαμβάνει χώρο στην τάξη απλώς και μόνο επειδή υπάρχει.

Από την «ψηφιακή αίθουσα» στη μαθησιακή αίθουσα

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρήσουμε ότι η ψηφιοποίηση της αίθουσας ισοδυναμεί με τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης.

Η πραγματική αλλαγή δεν βρίσκεται στους τοίχους της αίθουσας αλλά στη διδακτική πρακτική.

Μπορεί μια αίθουσα να είναι γεμάτη τεχνολογία και το μάθημα να παραμένει απολύτως παραδοσιακό.

Μπορεί, αντίθετα, μια σχετικά απλή αίθουσα να φιλοξενεί εξαιρετικά σύγχρονες παιδαγωγικές πρακτικές.

Η διαφορά βρίσκεται στον άνθρωπο.

Ο εκπαιδευτικός είναι αυτός που επιλέγει τον στόχο, σχεδιάζει τη δραστηριότητα, θέτει τις ερωτήσεις, ενθαρρύνει τη συνεργασία, εντοπίζει τις δυσκολίες και προσαρμόζει τη διδασκαλία.

Ο πίνακας είναι εργαλείο.

Δεν είναι ο δάσκαλος.

Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.

Χρειαζόμαστε αξιολόγηση, όχι τεχνολογικό ενθουσια-σμό 

Πριν προχωρήσουμε σε νέες μεγάλες επενδύσεις τεχνολογικού εξοπλισμού, θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζουμε τι απέδωσαν οι προηγούμενες.

Πόσο συχνά χρησιμοποιούνται οι διαδραστικοί πίνακες;

Για ποιους σκοπούς;

Ποια μαθήματα ωφελήθηκαν περισσότερο;

Υπήρξε βελτίωση στη συμμετοχή των μαθητών;

Βελτιώθηκαν οι μαθησιακές επιδόσεις;

Αυξήθηκε η συνεργασία;

Βοηθήθηκαν περισσότερο οι μαθητές που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες;

Ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί;

Ποιο είναι το πραγματικό κόστος συντήρησης και υποστήριξης;

Χωρίς τέτοιες απαντήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλαμβάνουμε διαρκώς τον ίδιο κύκλο: αγοράζουμε νέα τεχνολογία, την παρουσιάζουμε ως μεταρρύθμιση και στη συνέχεια ανακαλύπτουμε ότι η καθημερινότητα της τάξης έχει αλλάξει πολύ λιγότερο από όσο περιμέναμε.

Η αξιολόγηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην καινοτομία.

Είναι προϋπόθεση για να γνωρίζουμε αν η καινοτομία λειτουργεί.

Δεν χρειάζεται ούτε τεχνοφοβία ούτε τεχνολατρεία

Η κριτική στους διαδραστικούς πίνακες δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο παρελθόν.

Η τεχνολογία έχει θέση στο σχολείο και μάλιστα σημαντική.

Μπορεί να ανοίξει παράθυρα σε πληροφορίες και εμπειρίες που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να προσφερθούν στους μαθητές. Μπορεί να κάνει ορισμένες έννοιες πιο κατανοητές, να υποστηρίξει τη συνεργατική μάθηση, να προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους παρουσίασης της γνώσης και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες για δημιουργία και έκφραση.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να απορρίψουμε την τεχνολογία.

Είναι να την τοποθετήσουμε στη σωστή της θέση.

Ούτε πάνω από τον εκπαιδευτικό ούτε πάνω από τον μαθητή.

Δίπλα τους.

Ως εργαλείο.

Το πραγματικό ερώτημα

Οι διαδραστικοί πίνακες μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μπορούν να κάνουν ένα μάθημα πιο οπτικό, πιο ευέλικτο και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο συμμετοχικό.

Αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να κάνουν το σχολείο καλύτερο.

Δεν μπορούν να δημιουργήσουν κίνητρο εκεί όπου δεν υπάρχει παιδαγωγικός σχεδιασμός.

Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την επιμόρφωση του εκπαιδευτικού.

Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συζήτηση, τη συνεργασία και την ανθρώπινη σχέση.

Δεν μπορούν να εγγυηθούν καλύτερη μάθηση απλώς και μόνο επειδή είναι καινούργιοι και τεχνολογικά προηγμένοι.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για το μέλλον του σχολείου πρέπει να ξεφύγει από τη λογική του «περισσότερη τεχνολογία».

Χρειαζόμαστε καλύτερη τεχνολογία, όταν πραγματικά χρειάζεται, καλύτερη επιμόρφωση, καλύτερο παιδαγωγικό σχεδιασμό και κυρίως αξιολόγηση του αποτελέσματος.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο στόχος δεν είναι να εντυπωσιάσουμε τους μαθητές με μια μεγάλη οθόνη.

Ο στόχος είναι να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν, να σκεφτούν, να αμφισβητήσουν, να συνεργαστούν, να δημιουργήσουν και να μάθουν.

Το πραγματικά σύγχρονο σχολείο, λοιπόν, δεν είναι αυτό που έχει τις περισσότερες οθόνες.

Είναι εκείνο που ξέρει πότε η τεχνολογία βοηθά και πότε η απλότητα, το βιβλίο, η γραφή, η συζήτηση, το πείραμα και η ανθρώπινη σχέση μέσα στην τάξη είναι πιο αποτελεσματικά.

Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο μάθημα της ψηφιακής εποχής:

Δεν είναι πόση τεχνολογία έχουμε στην τάξη. Είναι αν η τεχνολογία κάνει πραγματικά καλύτερη τη μάθηση.

* Εμμανουηλίδης Αριστείδης  Δ.ντης ΓΕΛ ΠΕΥΚΩΝ 

Πάλλας Δήμος  τ Δ.ντης 4ου-8ου Γυμνασίου Λαμίας

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Ντιν νταν! Πότε χτυπάει το πρώτο κουδούνι – Η ώρα του Αγιασμού στα σχολεία

Πανελλαδικές 2027: Αλλάζει ο χάρτης των Επιστημονικών Πεδίων – Οι σχολές που προστίθενται και οι νέες επιλογές

 

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση