Τις τελευταίες ημέρες «κυκλοφορεί» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μία τάση που επιχειρεί, με εμφανή διάθεση χιουμοριστικής υπερβολής, να αποτυπώσει την αντίθεση ανάμεσα στον εκπαιδευτικό μιας παλαιότερης εποχής και στον σύγχρονο εκπαιδευτικό. Από τη μία πλευρά, ο καθηγητής της παλιάς σχολής αποτυπώνεται αυστηρός, τυπικός, ενδεδυμένος με τα διακριτικά της κοινωνικής ευπρέπειας, περιβεβλημένος από μια σχεδόν τελετουργική σοβαρότητα και αυστηρά περιχαρακωμένος εντός της επαγγελματικής του ιδιότητας. Από την άλλη, ο σύγχρονος εκπαιδευτικός σκιαγραφείται ως περισσότερο εξωστρεφής, απαλλαγμένος από αρκετές από τις συμβάσεις του παρελθόντος και, ενίοτε, φωτογραφιζόμενος στις διακοπές του, στην παραλία ή ακόμη και με ένα αποκαλυπτικό μαγιό.
Ανάμεσα στα σχόλια και στις αντιδράσεις που προκάλεσε το συγκεκριμένο «trend» επανεμφανίστηκε μια άποψη που αξίζει να εξεταστεί όχι τόσο για την αυστηρότητά της, όσο για τις παραδοχές που υποκρύπτει: «Μα, είναι εκπαιδευτικός. Τον βλέπουν παιδιά. Οφείλει να προσέχει πώς ντύνεται και τι δημοσιεύει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται το επίδικο της συζήτησης: Που σταματά η επαγγελματική ιδιότητα του εκπαιδευτικού και που ξεκινά η προσωπική του ζωή;
Πότε, όμως, ακριβώς η επαγγελματική ιδιότητα ενός ανθρώπου κατέστη συνώνυμη της υποχρέωσης αποσιώπησης ή ακόμη και της απαλοιφής της προσωπικής του ζωής;
Ο εκπαιδευτικός είναι, ασφαλώς, εκπαιδευτικός εντός της σχολικής αίθουσας. Εκεί, η ιδιότητά του συνεπάγεται συγκεκριμένες ευθύνες, όρια, κανόνες συμπεριφοράς και, αναπόφευκτα, έναν αντίστοιχο ενδυματολογικό κώδικα. Η επαγγελματική παρουσία, άλλωστε, προϋποθέτει επίγνωση του χώρου, του ακροατηρίου και της περίστασης. Όταν, όμως, ο ίδιος άνθρωπος εξέλθει του σχολικού περιβάλλοντος, επιστρέψει στην ιδιωτική του «σφαίρα», ταξιδέψει, συναντήσει τους φίλους του ή βρεθεί στην παραλία, δεν παύει, αναντίρρητα, να είναι εκπαιδευτικός — παύει, όμως, να ασκεί εκείνη τη στιγμή τον επαγγελματικό του ρόλο.
Αυτή, λοιπόν, η διάκριση είναι θεμελιώδης.
Ο προσωπικός λογαριασμός ενός ανθρώπου στο Instagram ή στο Facebook δεν αποτελεί εκ προοιμίου ηλεκτρονικό βιογραφικό, ούτε επαγγελματική προθήκη. Ειδικότερα, δεν δημιουργήθηκε κατ’ ανάγκην για να παρουσιάζει αποκλειστικά τις σπουδές, τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, τις επιστημονικές δραστηριότητες και την επαγγελματική του πορεία. Για αυτού του είδους την παρουσίαση, άλλωστε, υπάρχουν οι επαγγελματικές πλατφόρμες και τα αντίστοιχα επαγγελματικά προφίλ.
Ο προσωπικός λογαριασμός αποτυπώνει —ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι εφικτό να αποτυπώνει— ένα μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου πίσω από την επαγγελματική
του ιδιότητα. Σαφέστατα, η καθημερινότητα ενός εκπαιδευτικού δεν περιορίζεται στην είσοδο και την έξοδο από το σχολικό, το φροντιστηριακό ή τον πανεπιστημιακό χώρο.
Αν, επομένως, ένας μαθητής ή ένας γονέας επιλέξει να ακολουθήσει τον προσωπικό λογαριασμό ενός καθηγητή, η επιλογή αυτή δεν μετατρέπει αυτομάτως την ιδιωτική ζωή του εκπαιδευτικού σε δημόσια επαγγελματική δήλωση. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν δημιουργεί στον εκπαιδευτικό την υποχρέωση να αυτολογοκρίνεται σε κάθε πτυχή της προσωπικής του ύπαρξης, υπό τον φόβο ότι κάποιος μαθητής ενδέχεται να τον δει με μαγιό στην παραλία.
Άλλωστε, τι ακριβώς διδάσκουμε στα παιδιά όταν τους παρουσιάζουμε τον εκπαιδευτικό ως έναν άνθρωπο που οφείλει να είναι πάντοτε συγκρατημένος, «σεμνά» ενδεδυμένος και αποκομμένος από οποιαδήποτε εικόνα προσωπικής ζωής; Μήπως υπονοούμε ότι η μόρφωση και η σοβαρότητα απαιτούν την εξαφάνιση της ανθρώπινης πλευράς μας; Μήπως, εν τέλει, με αυτή την αδιάκοπη απαίτηση που σχετίζεται με το ότι ο εκπαιδευτικός οφείλει να είναι πάντοτε συγκρατημένος, αυστηρός και απολύτως προσηλωμένος σε μια άκαμπτη εικόνα επαγγελματικής ευπρέπειας, απομακρύνουμε ακριβώς εκείνα τα παιδιά, τους εν δυνάμει εκπαιδευτικούς από ένα λειτούργημα που θα έπρεπε, πρωτίστως να συνιστά πεδίο έμπνευσης; Μήπως, αντί να τους παρουσιάζουμε ένα επάγγελμα με ανθρώπους που εμπνέουν, δημιουργούν, εξελίσσονται, ταξιδεύουν, διασκεδάζουν και έχουν μια ζωή πέραν της εκπαιδευτικής αίθουσας, τους παρουσιάζουμε μια αποστειρωμένη επαγγελματική φιγούρα, από την οποία κάθε ίχνος προσωπικότητας οφείλει όχι απλώς να εξαλειφθεί αλλά να απαλειφθεί;
Ενδεχομένως να μην είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται γενικότερα χαμηλό ενδιαφέρον για τις καθηγητικές σχολές, όπως αυτό αποτυπώνεται και στις ιδιαίτερα χαμηλές βάσεις εισαγωγής σε αρκετά από τα αντίστοιχα τμήματα. Ασφαλώς, το φαινόμενο είναι πολυδιάστατο και δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Αξίζει, όμως, να αναρωτηθούμε αν συμβάλλει σε αυτό και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουμε διαρκώς στους νέους το επάγγελμα του εκπαιδευτικού: ως ένα ρόλο που απαιτεί από τον άνθρωπο να είναι διαρκώς «σωστός», μόνιμα προσεκτικός και αέναα συγκρατημένος.
Πιθανότατα συγχέουμε τις έννοιες συγκροτημένος και συγκρατημένος…
Ο πρώτος όρος παραπέμπει στην ωριμότητα, στην παιδεία, στην επαγγελματική συνέπεια, στην ικανότητα να γνωρίζει κανείς τα όριά του και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ρόλου του. Ο δεύτερος, όταν μετατρέπεται σε διαρκή κοινωνική απαίτηση, ενδέχεται να συνδέεται με κάτι ολότελα διαφορετικό: να περιορίζει κανείς την έκφρασή του , να αυτολογοκρίνεται και να καταπιέζει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του, επειδή δήθεν αντίκειται στην εικόνα του «καθωσπρέπει» εκπαιδευτικού.
Αν θέλουμε πράγματι να εμπνεύσουμε την επόμενη γενιά εκπαιδευτικών, ίσως χρειάζεται να τους δείξουμε ανθρώπους που αξίζει να θαυμάσουν — όχι ανθρώπους που πρέπει να φοβούνται μήπως ξεφύγουν έστω και λίγο από την εικόνα που τους επιβάλλει ο ρόλος τους.
Ίσως, αντιθέτως, το μήνυμα να μπορεί να είναι πολύ πιο υγιές: ένας άνθρωπος μπορεί να είναι μορφωμένος, καλλιεργημένος και επιστήμονας και ταυτόχρονα να διασκεδάζει, να ταξιδεύει, να πηγαίνει στην παραλία, να φορά μαγιό και να αισθάνεται όμορφα με το σώμα του. Οι σπουδές δεν συνεπάγονται διαγραφή της κοινωνικής ζωής· συνεπάγονται, στην καλύτερη περίπτωση, μια διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
Υπάρχει, βέβαια, μια σημαντική διάκριση που δεν πρέπει να «παραγκωνιστεί» μέσα σε αυτή τη συζήτηση: η υπεράσπιση του δικαιώματος του εκπαιδευτικού στην προσωπική του ζωή δεν συνεπάγεται την κατάργηση των επαγγελματικών ορίων. Κάθε άνθρωπος οφείλει να αντιλαμβάνεται το χώρο στον οποίο βρίσκεται, το ακροατήριο που έχει απέναντί του και τις απαιτήσεις της εκάστοτε περίστασης και να προσαρμόζει αναλόγως την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.
Δεν θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να αναλογιστούμε ένα δικηγόρο να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου με το μαγιό του, ούτε ένα γιατρό να εξετάζει ασθενείς με την ενδυμασία που επέλεξε για μια έξοδο στην παραλία. Κατά τον ίδιο τρόπο, ουδείς θα ανέμενε από έναν εκπαιδευτικό να προσέλθει στη σχολική αίθουσα φορώντας τα ρούχα με τα οποία θα πήγαινε στη θάλασσα.
Το αντίστροφο, όμως, είναι εξίσου αυτονόητο. Δεν αναμένουμε από το δικηγόρο να παραμείνει με το κοστούμι του στην παραλία, ούτε από το γιατρό να εισέλθει σε ένα εστιατόριο φορώντας την ιατρική του ποδιά.
Γιατί, λοιπόν, όταν πρόκειται για τον εκπαιδευτικό, η λογική αυτή φαίνεται να αναστέλλεται; Γιατί θεωρούμε ότι η επαγγελματική του ιδιότητα πρέπει να υπαγορεύει ακόμη και την εικόνα που παρουσιάζει στον κατεξοχήν προσωπικό του χώρο;
Η ενδυμασία, άλλωστε, δεν διαθέτει ένα απόλυτο και αμετάβλητο νόημα, ανεξάρτητο από τον χώρο και τις περιστάσεις. Το ίδιο ένδυμα μπορεί να είναι απολύτως προσήκον σε ένα περιβάλλον και παντελώς ακατάλληλο σε ένα άλλο. Το μαγιό στην παραλία αποτελεί αυτονόητη επιλογή· το μαγιό μέσα στη σχολική αίθουσα θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων της περίστασης. Ένα κοστούμι στο δικαστήριο είναι απολύτως αναμενόμενο· ένα κοστούμι στην παραλία θα ήταν μάλλον παράδοξο.
Δεν πρόκειται, επομένως, για υποκρισία. Πρόκειται για την απλή αναγνώριση ότι διαφορετικοί χώροι υπαγορεύουν διαφορετικούς κώδικες συμπεριφοράς και εμφάνισης.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν έγκειται στο αν ένας εκπαιδευτικός «επιτρέπεται» να ενδύεται το μαγιό του. Αντίθετα, το ουσιώδες ερώτημα είναι αν μπορεί να το πράξει στο χώρο στον οποίο αρμόζει να το κάνει, χωρίς η συγκεκριμένη επιλογή να ερμηνεύεται ως έκπτωση της επιστημονικής του κατάρτισης, της επαγγελματικής του επάρκειας ή του κύρους του.
Στο σημείο αυτό, ανακύπτει μια ακόμη προβληματική διάσταση της συζήτησης: η διαφορετική αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών εκπαιδευτικών. Ειδικότερα, το γυναικείο σώμα εξακολουθεί να υπόκειται σε μια ιδιότυπη κοινωνική επιτήρηση. Η φωτογραφία μιας γυναίκας εκπαιδευτικού με μαγιό, ιδίως όταν είναι αισθησιακή, μπορεί ευκολότερα να χαρακτηριστεί ως «προκλητική», «ανάρμοστη» ή ασύμβατη με το κύρος της, ενώ η αντίστοιχη εικόνα ενός άνδρα εκπαιδευτικού συχνά προσλαμβάνεται ως μια απολύτως φυσιολογική φωτογραφία διακοπών ή γυμναστικής.
Δεν πρόκειται να υποστηριχθεί ότι κάθε άνδρας αντιμετωπίζεται με επιείκεια ή κάθε γυναίκα με αυστηρότητα. Η τάση, όμως, είναι υπαρκτή: η γυναικεία εμφάνιση και ιδίως η γυναικεία σεξουαλικότητα αξιολογούνται συχνότερα ως ηθικό ή επαγγελματικό ζήτημα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ουσιαστικό: όταν μια καθηγήτρια ανεβάζει μια πιο αποκαλυπτική φωτογραφία, τι ακριβώς αξιολογούμε; Την παιδαγωγική της επάρκεια, την επιστημονική της συγκρότηση και την ικανότητά της να διδάσκει ή το σώμα της;
Μια φωτογραφία μπορεί ασφαλώς να είναι πραγματικά ακατάλληλη. Όμως δεν είναι κάθε αισθησιακή φωτογραφία σεξουαλικό περιεχόμενο, ούτε κάθε εμφάνιση με μαγιό συνιστά σεξουαλικοποίηση. Έτσι, η κρίσιμη διάκριση δεν θα έπρεπε να είναι «πόσο δέρμα φαίνεται», αλλά τι ακριβώς αντανακλά η συγκεκριμένη δημοσίευση και σε ποιο πλαίσιο.
Και, τελικά, γιατί η αυστηρότητα αυτή να αφορά ειδικά στον εκπαιδευτικό;
Αν θεωρούμε ότι η προσωπική εμφάνιση ενός επαγγελματία επηρεάζει αυτομάτως την επαγγελματική του αξιοπιστία, θα έπρεπε να εφαρμόζουμε το ίδιο κριτήριο σε κάθε επαγγελματία που συναναστρέφεται με το κοινό. Θα έπρεπε να απαιτούμε από το γιατρό, το δικηγόρο, τον ψυχολόγο, το δημοσιογράφο, τον αρχιτέκτονα και κάθε άλλο επαγγελματία να διατηρεί μια απολύτως αποστειρωμένη δημόσια εικόνα, ακόμη και όταν βρίσκεται εκτός εργασίας.
Όπως προαναφέρθηκε, όταν ένας γιατρός τελειώνει τη βάρδιά του, δεν απαιτούμε από την προσωπική του ζωή να διέπεται από τους κανόνες του ιατρείου. Όταν ένας δικηγόρος πηγαίνει διακοπές, δεν περιμένουμε να διατηρεί την ενδυματολογική αυστηρότητα της δικαστικής αίθουσας. Όταν ένας αρχιτέκτονας πηγαίνει στην παραλία, δεν θεωρούμε ότι το μαγιό του υπονομεύει την επαγγελματική του επάρκεια.
Γιατί, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζεται σαν να βρίσκεται διαρκώς «εν ώρα υπηρεσίας»;
Ίσως επειδή από τον εκπαιδευτικό απαιτούμε κάτι περισσότερο από επαγγελματισμό: απαιτούμε να αποτελεί πρότυπο. Αλλά ακόμη και αυτή η απαίτηση χρειάζεται
επαναπροσδιορισμό, διότι το να συνιστά κάποιος πρότυπο για έναν μαθητή δεν συνεπάγεται το χρέος να εμφανίζεται ως ένας άνθρωπος χωρίς αδυναμίες, χωρίς προσωπικές επιθυμίες, χωρίς κοινωνική ζωή και χωρίς σώμα.
Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να καθίσταται πρότυπο ακριβώς επειδή δείχνει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές πτυχές και εκφάνσεις. Με άλλα λόγια, ένας εκπαιδευτικός δύναται να αποτελεί σύγκαιρα επιστήμονα και φίλο, παιδαγωγό και ταξιδιώτη, επαγγελματία και άνθρωπο που διασκεδάζει. Συνεπώς, το να διαθέτει ένας εκπαιδευτικός πνευματική καλλιέργεια χωρίς να αποποιείται τη χαρά της ζωής, δεν αναιρεί το κύρος και τον επαγγελματισμό του.
Εν κατακλείδι, η μόρφωση δεν απαιτεί την κατάργηση της προσωπικότητας, ούτε η σοβαρότητα ταυτίζεται με την αυστηρότητα. Στο ίδιο πλαίσιο, ο επαγγελματισμός δεν συνίσταται στην άρνηση της προσωπικής ζωής, αλλά στην ικανότητα να γνωρίζουμε πότε ενεργούμε ως επαγγελματίες και πότε απλώς υπάρχουμε ως άνθρωποι.
Ίσως, τελικά, δεν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τον εκπαιδευτικό μέσα από νέους περιορισμούς που θα συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προσωπική του σφαίρα. Χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την ίδια την έννοια του επαγγελματικού ρόλου. Κρίνεται αδήριτη ανάγκη να μπορούμε να αναγνωρίζουμε την αξία του ανθρώπου που διδάσκει χωρίς να του αφαιρούμε το δικαίωμα να ζει. Γιατί ο εκπαιδευτικός δεν γίνεται λιγότερο εκπαιδευτικός επειδή έχει προσωπική ζωή. Απέναντι, λοιπόν, σε αντιλήψεις που απαιτούν από τον άνθρωπο να αποποιείται διαρκώς κομμάτια του εαυτού του προκειμένου να ανταποκριθεί σε μια στερεοτυπική εικόνα του ρόλου του, δεν πρέπει να καθεύδουμε. Χρειάζεται να αμφισβητούμε, να επανεξετάζουμε και, όπου χρειάζεται, να αντιστεκόμαστε σε ό,τι μετατρέπει την επαγγελματική ιδιότητα σε μηχανισμό περιορισμού της ανθρώπινης υπόστασης.
Επομένως , το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουμε αν ένας καθηγητής «δικαιούται» να εμφανίζεται με μαγιό στο Instagram. Ίσως το ερώτημα να είναι πολύ βαθύτερο: γιατί εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε αναχρονιστικές αντιλήψεις, διατεινόμενοι ότι, για να σεβαστούμε έναν εκπαιδευτικό, πρέπει πρώτα να έχουμε ξεχάσει ότι είναι άνθρωπος;
*Φιλόλογος