Μια ιδιαίτερα προσωπική παρέμβαση για τους Έλληνες που επέλεξαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν επί δεκαετίες στην Ελλάδα έκανε ο Πρόεδρος του ΔΟΑΤΑΠ Ορέστης Καλογήρου, με αφορμή τη δημόσια συζήτηση γύρω από τα πανεπιστήμια της αλλοδαπής και την αναγνώριση των τίτλων τους.
Σε ανάρτησή του αναφέρεται στην εμπειρία του από τον ΔΟΑΤΑΠ, επισημαίνοντας ότι από το 1979 έχουν αναγνωριστεί περισσότεροι από 350.000 βασικοί τίτλοι, μεταπτυχιακά και διδακτορικά που αποκτήθηκαν σε ιδρύματα του εξωτερικού.
Όπως σημειώνει, η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων αφορά Έλληνες που έφυγαν σε νεαρή ηλικία για σπουδές σε πανεπιστήμια άλλων χωρών, δημόσια ή ιδιωτικά, κερδοσκοπικά ή μη κερδοσκοπικά.
«Για χρόνια αντιμετωπίζονταν σαν παιδιά ενός κατώτερου θεού»
Ο Ορέστης Καλογήρου εστιάζει ιδιαίτερα στα στερεότυπα που, όπως υποστηρίζει, συνόδευαν για πολλά χρόνια όσους είχαν σπουδάσει εκτός Ελλάδας.
Περιγράφει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι απόφοιτοι ξένων πανεπιστημίων θεωρούνταν συχνά άνθρωποι που «δεν τα κατάφεραν στις Πανελλαδικές», που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν χάρη στην οικονομική στήριξη της οικογένειάς τους ή ακόμη και ότι είχαν αποκτήσει τίτλους αμφίβολης ποιότητας.
Κατά τον ίδιο, τέτοιες απόψεις δεν εκφράζονταν μόνο σε επίπεδο καθημερινής συζήτησης, αλλά προέρχονταν και από πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους και άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής.
Η αλλαγή αυτής της αντιμετώπισης αποτέλεσε, σύμφωνα με την ανάρτησή του, έναν από τους βασικούς στόχους της δουλειάς στον ΔΟΑΤΑΠ.
«Πάψαμε να τους αντιμετωπίζουμε ως απατεώνες και να απαιτούμε να αποδείξουν ότι δεν είναι», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Περισσότερες από 55.000 αναγνωρίσεις με την υπογραφή του
Ο ίδιος αναφέρει ότι έχει υπογράψει προσωπικά πάνω από 55.000 πράξεις αναγνώρισης τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, κάνοντας λόγο για μια εμπειρία την οποία θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική.
Ξεκαθαρίζει παράλληλα ότι η παρέμβασή του δεν έχει στόχο ούτε να εξυψώσει ούτε να απαξιώσει τα δημόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήμια, είτε αυτά λειτουργούν στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό.
Το μήνυμά του, όπως σημειώνει, απευθύνεται κυρίως στις εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικές οικογένειες που για δεκαετίες ανέλαβαν ένα μεγάλο οικονομικό βάρος προκειμένου να μπορέσουν τα παιδιά τους να πραγματοποιήσουν σπουδές στο εξωτερικό.
Για αυτό και εκφράζει έντονη ενόχληση όταν ακούει γενικεύσεις σύμφωνα με τις οποίες στα ξένα πανεπιστήμια οι φοιτητές «αγοράζουν τα πτυχία τους».
Η πραγματικότητα, σύμφωνα με τη δική του οπτική, είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν μπορεί να χωρέσει σε έναν συλλογικό χαρακτηρισμό που απαξιώνει εκατοντάδες χιλιάδες αποφοίτους.
Απόφοιτοι που επέστρεψαν και εργάστηκαν στην Ελλάδα
Ένα από τα βασικά σημεία της παρέμβασης είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έμειναν στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας.
Αντίθετα, μετά την αναγνώριση των τίτλων τους από το ΔΙΚΑΤΣΑ και στη συνέχεια τον ΔΟΑΤΑΠ, εντάχθηκαν στην ελληνική αγορά εργασίας, εργάστηκαν ως επιστήμονες και στελέχωσαν κρίσιμους επαγγελματικούς κλάδους.
Γιατροί, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί και επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων που σπούδασαν εκτός Ελλάδας επέστρεψαν και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη χώρα.
Η αναγνώριση ενός τίτλου σπουδών, επομένως, δεν είναι απλώς μια διοικητική πράξη. Αποτελεί το σημείο από το οποίο ένας απόφοιτος αποκτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει επίσημα στην Ελλάδα τις σπουδές που πραγματοποίησε στο εξωτερικό.
Η ιδιαίτερη αναφορά στο δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο
Στο τέλος της ανάρτησής του, ο Ορέστης Καλογήρου κάνει και μία αναφορά στα πρώτα χρόνια ανάπτυξης των περιφερειακών δημόσιων πανεπιστημίων στην Ελλάδα.
Μεταφέρει τη μαρτυρία ομότιμου καθηγητή πανεπιστημιακού τμήματος, ο οποίος θυμόταν ότι στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ιδρύματος οι κτιριακές υποδομές ήταν τόσο περιορισμένες, ώστε όταν νύχτωνε οι καθηγητές άναβαν τους προβολείς των αυτοκινήτων τους για να φωτίσουν τον δρόμο από τον οποίο αποχωρούσαν οι φοιτητές.
Η εικόνα αυτή χρησιμοποιείται ως υπενθύμιση ότι και το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο πέρασε δύσκολες και συχνά «ηρωικές» περιόδους μέχρι να αποκτήσει τις σημερινές υποδομές και θεσμούς.
Και, τελικά, αυτή είναι ίσως η βασική θέση της παρέμβασης: η ποιότητα ενός πανεπιστημίου και η αξία των σπουδών δεν μπορούν να κρίνονται συλλήβδην από το αν το ίδρυμα βρίσκεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ούτε μόνο από το αν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό.
Πίσω από κάθε τίτλο υπάρχουν χρόνια σπουδών, προσωπική προσπάθεια και, πολύ συχνά, μια οικογένεια που έκανε σημαντικές θυσίες για να μπορέσει το παιδί της να σπουδάσει.