Το Χάρβαρντ κερδίζει τις δικαστικές μάχες απέναντι στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν έχει καταφέρει, όμως, να επαναφέρει τη βεβαιότητα στα εργαστήριά του.
Η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση επιστρέφει πιο αργά, οι νέες ερευνητικές επιχορηγήσεις περιορίζονται και πανεπιστημιακές σχολές προχωρούν σε περικοπές προσωπικού και θέσεων υποψήφιων διδακτόρων. Η ανοιχτή επίθεση του 2025 φαίνεται να έχει αντικατασταθεί από μια λιγότερο θεαματική, αλλά εξίσου αποτελεσματική τακτική: καθυστερήσεις, απορρίψεις αιτήσεων και χρηματοδοτική αβεβαιότητα που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία ακόμη αγωγή.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας των δημοσιογράφων Mark Arsenault και Irena Hwang, η οποία δημοσιεύθηκε στους New York Times και είναι διαθέσιμη και μέσω της Philadelphia Inquirer.
Οι αριθμοί της αθόρυβης περικοπής
Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026, τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ —τα γνωστά NIH— είχαν εγκρίνει για το Χάρβαρντ 309 επιχορηγήσεις, συνολικού ύψους 200 εκατ. δολαρίων.
Κατά την αντίστοιχη περίοδο των ετών 2021-2024, το πανεπιστήμιο λάμβανε κατά μέσο όρο περίπου 440 επιχορηγήσεις, αξίας 246 εκατ. δολαρίων.
Η χρηματοδότηση, επομένως, εμφανίζεται μειωμένη κατά περίπου 19%, ενώ ο αριθμός των επιχορηγήσεων έχει περιοριστεί σχεδόν κατά 30%.
Υπάρχει μία κρίσιμη λεπτομέρεια: η κατάσταση είναι καλύτερη από το 2025, όταν το πάγωμα είχε καθηλώσει τη χρηματοδότηση, στο ίδιο χρονικό σημείο, στα 94 εκατ. δολάρια και στις 201 επιχορηγήσεις. Παράλληλα, μειώσεις έχουν καταγραφεί και σε άλλα μεγάλα ερευνητικά πανεπιστήμια.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποδειχθεί ότι κάθε δολάριο που λείπει αποτελεί προσωπικό αντίποινο του Λευκού Οίκου εναντίον του Χάρβαρντ. Το μέγεθος της απόκλισης, όμως, η χρονική συγκυρία και το ιστορικό της σύγκρουσης δημιουργούν ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο.
Από το θορυβώδες πάγωμα στη χρηματοδοτική ασφυξία
Η σύγκρουση ξέσπασε τον Απρίλιο του 2025, όταν κυβερνητική επιτροπή συνέδεσε τη συνέχιση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης με μία εκτεταμένη λίστα απαιτήσεων.
Μεταξύ άλλων, η κυβέρνηση ζητούσε αλλαγές στη διοίκηση, στις προσλήψεις και στις εισαγωγές φοιτητών, περιορισμούς στις διαδηλώσεις, καθώς και «ελέγχους» της ιδεολογικής ποικιλομορφίας φοιτητών, καθηγητών και εργαζομένων.
Ο πρόεδρος του Χάρβαρντ, Alan Garber, απέρριψε τις απαιτήσεις, δηλώνοντας ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αποφασίζει τι θα διδάσκει ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ποιους θα προσλαμβάνει και ποια ερευνητικά πεδία θα υπηρετεί. Η πλήρης απάντησή του δημοσιεύθηκε από το Χάρβαρντ στις 14 Απριλίου 2025.
Μέσα σε λίγες ώρες, η κυβέρνηση ανακοίνωσε το πάγωμα 2,2 δισ. δολαρίων σε επιχορηγήσεις και 60 εκατ. δολαρίων σε συμβάσεις. Ακολούθησαν ακυρώσεις εκατοντάδων ερευνητικών προγραμμάτων, απειλές για τη φορολογική απαλλαγή του ιδρύματος και προσπάθεια αποκλεισμού των διεθνών φοιτητών.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, η ομοσπονδιακή δικαστής Allison Burroughs αποφάσισε ότι οι περικοπές αποτελούσαν παράνομη κυβερνητική εκδίκηση και παραβίαζαν την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος. Στην απόφασή της χαρακτήρισε την επίκληση του αντισημιτισμού προπέτασμα για μια «ιδεολογικά υποκινούμενη επίθεση» στα πανεπιστήμια.
Η απόφαση υποχρέωσε την κυβέρνηση να αποκαταστήσει χρηματοδότηση άνω των 2,6 δισ. δολαρίων, όπως κατέγραψε το Associated Press.
Η κυβέρνηση άσκησε έφεση τον Δεκέμβριο. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή στο ομοσπονδιακό Εφετείο της Βοστώνης, παρότι μεγάλο μέρος των ήδη εγκεκριμένων κονδυλίων αποδόθηκε μετά τη δικαστική απόφαση, σύμφωνα με το Reuters.
Η νομική ήττα, επομένως, δεν έθεσε τέλος στην πίεση. Απλώς ανάγκασε την κυβέρνηση να επιλέξει πιο διακριτικές μεθόδους.
Η Σχολή Δημόσιας Υγείας στο επίκεντρο
Το σοβαρότερο πλήγμα καταγράφεται στη Σχολή Δημόσιας Υγείας T.H. Chan, η οποία εξαρτάται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σχολή του Χάρβαρντ από κρατικές και εξωτερικές ερευνητικές επιχορηγήσεις.
Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η σχολή είχε λάβει από τα NIH 67 εκατ. δολάρια για 63 επιχορηγήσεις. Την περίοδο 2021-2024 λάμβανε, στο ίδιο διάστημα, κατά μέσο όρο 90 εκατ. δολάρια για περισσότερες από 100 επιχορηγήσεις.
Η σωστή διατύπωση είναι ότι η σχολή έλαβε περίπου 25% λιγότερη χρηματοδότηση. Δεν έχει ανακοινωθεί ότι ακύρωσε το 25% του συνόλου των ερευνητικών προγραμμάτων της.
Το 2025, πάντως, η πρώτη επέλαση των περικοπών είχε οδηγήσει στην ακύρωση επιχορηγήσεων για περισσότερους από 130 ερευνητές. Στα προγράμματα που κινδύνευσαν περιλαμβάνονταν έρευνες για τη φυματίωση, τη σκλήρυνση κατά πλάκας, την πλάγια μυατροφική σκλήρυνση, τον καρκίνο, τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και τις επιπτώσεις της κλιματικής ζέστης στη δημόσια υγεία.
Η καθηγήτρια κοινωνικής επιδημιολογίας Nancy Krieger επισημαίνει ότι η ζημιά δεν περιορίζεται στα χρήματα που δεν καταβλήθηκαν. Η αβεβαιότητα έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των επιστημόνων στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως σταθερό χρηματοδότη, ενώ περιορίζονται οι θέσεις νέων υποψήφιων διδακτόρων.
Αυτό σημαίνει λιγότερους νέους επιστήμονες, μικρότερες ερευνητικές ομάδες και χαμένες ευκαιρίες παραγωγής γνώσης που μπορεί να χρειαστεί μία δεκαετία για να αναπληρωθούν.
Η Σχολή Chan είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2025 για «υπαρξιακή κρίση». Ερευνητές της είχαν αρχίσει να δέχονται προτάσεις από πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Κίνας, ενώ πολυετείς μελέτες κινδύνευαν να χάσουν δεδομένα, προσωπικό και βιολογικό υλικό που συγκεντρωνόταν επί δεκαετίες. Οι επιπτώσεις περιγράφονται αναλυτικά στην επίσημη καταγραφή της Σχολής Δημόσιας Υγείας.
Ποιος πληρώνει πραγματικά τις περικοπές
Η εικόνα ενός πανεπιστημίου με περιουσία δεκάδων δισεκατομμυρίων γεννά μια εύλογη ένσταση: γιατί να ενδιαφέρει την κοινωνία εάν το πλουσιότερο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ χάσει μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια;
Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας. Τα ομοσπονδιακά κονδύλια δεν αποτελούν δώρο προς τη διοίκηση του Χάρβαρντ. Χρηματοδοτούν συγκεκριμένες μελέτες, με εγκεκριμένους προϋπολογισμούς, εργαζομένους, επιστημονικούς στόχους και δημόσια παραδοτέα.
Όταν μία τέτοια χρηματοδότηση διακόπτεται, δεν μειώνεται απλώς ο τραπεζικός λογαριασμός ενός ελίτ ιδρύματος. Χάνονται θέσεις τεχνικών εργαστηρίων, νέων ερευνητών και υποψήφιων διδακτόρων. Διακόπτεται η παρακολούθηση ασθενών, ακυρώνονται πειράματα και καταστρέφεται η συνέχεια πολυετών δεδομένων.
Το ίδιο ισχύει για το περίφημο κληροδότημα του Χάρβαρντ, το οποίο έφθασε το 2025 τα 56,9 δισ. δολάρια. Περίπου το 80% των κεφαλαίων του είναι δεσμευμένο από τους δωρητές για συγκεκριμένες σχολές, υποτροφίες, έδρες ή προγράμματα και δεν μπορεί να μεταφερθεί ελεύθερα σε ένα εργαστήριο που ξαφνικά έχασε κρατική χρηματοδότηση. Το 2025 οι αποδόσεις του κληροδοτήματος κάλυψαν το 37% των λειτουργικών εσόδων του πανεπιστημίου, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία του Χάρβαρντ.
Αυτό δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση να αξιοποιεί τις δυνατότητές της για να προστατεύει εργαζομένους και έρευνα. Δείχνει, όμως, γιατί ακόμη και ένα εξαιρετικά πλούσιο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αντικαταστήσει επ’ αόριστον το ομοσπονδιακό ερευνητικό σύστημα.
Οι 165 θέσεις εργασίας και η ευθύνη του ίδιου του Χάρβαρντ
Στις 14 Αυγούστου 2026, η Faculty of Arts and Sciences —η μεγαλύτερη ακαδημαϊκή μονάδα του Χάρβαρντ— ανακοίνωσε ότι καταργήθηκαν 165 θέσεις προσωπικού, περίπου το 10% των θέσεων στις υπηρεσίες που συμπεριλήφθηκαν στην αναδιοργάνωση. Παράλληλα, το 24% των εργαζομένων μετακινήθηκε σε νέους ή ανασχεδιασμένους ρόλους, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της FAS.
Θα ήταν βολικό, αλλά ανακριβές, να αποδοθούν όλες αυτές οι απολύσεις στον Τραμπ.
Η FAS αντιμετωπίζει διαρθρωτικό έλλειμμα περίπου 350 εκατ. δολαρίων σε ετήσιο προϋπολογισμό 1,8 δισ.. Το πρόβλημα είχε εντοπιστεί πριν από τη σημερινή σύγκρουση και συνδέεται με παλαιές διοικητικές επιλογές, χρέος, δαπάνες συντήρησης περισσότερων από 250 γερασμένων κτιρίων και ένα αποκεντρωμένο μοντέλο λειτουργίας. Η αβεβαιότητα της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης και η αυξημένη φορολόγηση των πανεπιστημιακών κληροδοτημάτων επιβάρυναν μια ήδη προβληματική κατάσταση, όπως σημειώνει το Harvard Magazine.
Μια προοδευτική υπεράσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν μπορεί να λειτουργεί ως λευκή επιταγή προς τη διοίκηση. Οφείλει να υπερασπίζεται και τους εργαζομένους που πληρώνουν το κόστος των αναδιαρθρώσεων και να ζητά διαφάνεια για το πώς κατανέμεται η οικονομική πίεση.
Η σύγκρουση ανοίγει νέα μέτωπα
Τον Αύγουστο, το Πεντάγωνο διέταξε 30 πανεπιστήμια να ελέγξουν και, όπου απαιτείται, να διακόψουν συνεργασίες με ξένα —κυρίως κινεζικά— ιδρύματα που θεωρούνται επικίνδυνα για την εθνική ασφάλεια. Σύμφωνα με πηγές του Associated Press, μεταξύ των πανεπιστημίων βρίσκονται το Χάρβαρντ, το MIT και το Johns Hopkins. Όσα ιδρύματα δεν συμμορφωθούν κινδυνεύουν με νέα απώλεια χρηματοδότησης.
Η προστασία της έρευνας από πραγματικές ξένες παρεμβάσεις αποτελεί θεμιτό κρατικό στόχο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η απειλή γενικεύεται χωρίς εξατομικευμένα στοιχεία και η χρηματοδότηση χρησιμοποιείται ξανά ως άμεσο μέσο συμμόρφωσης.
Παράλληλα, η κυβέρνηση συνεχίζει την έφεση κατά της απόφασης που εμπόδισε τον αποκλεισμό των διεθνών φοιτητών του Χάρβαρντ. Η συζήτηση της υπόθεσης έχει προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο. Το Γέιλ βρίσκεται σε επαφές για πιθανό συμβιβασμό, ενώ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times, το Χάρβαρντ δεν συμμετέχει αυτή τη στιγμή σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για συμφωνία.
Γιατί η αντίσταση του Χάρβαρντ αφορά όλα τα πανεπιστήμια
Η Κολούμπια και το Brown επέλεξαν συμβιβασμούς με την κυβέρνηση προκειμένου να αποκαταστήσουν τη χρηματοδότησή τους. Το Χάρβαρντ επέλεξε τα δικαστήρια.
Η επιλογή αυτή δεν υποστηρίζεται μόνο από προοδευτικές οργανώσεις. Στην εκδίκαση της έφεσης υπέρ του Χάρβαρντ παρενέβησαν 36 πανεπιστήμια, νοσοκομεία, οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, το American Civil Liberties Union, το φιλελεύθερο Cato Institute και 30 πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι, αρκετοί από τους οποίους υπηρέτησαν σε Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις. Ακόμη και πανεπιστήμια που υπέγραψαν συμβιβασμούς με τον Τραμπ, όπως η Κολούμπια και το Cornell, υποστηρίζουν τώρα τη νομική θέση του Χάρβαρντ, σύμφωνα με το Harvard Crimson.
Ο πρώην πρόεδρος της Κολούμπια Lee Bollinger χαρακτήρισε τη στάση του Χάρβαρντ αγώνα νομικών και συνταγματικών αρχών για λογαριασμό ολόκληρης της ανώτατης εκπαίδευσης. Αναγνώρισε, ταυτόχρονα, ότι ένας τέτοιος αγώνας έχει υψηλό τίμημα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το Χάρβαρντ είναι άψογο. Δεν είναι. Ούτε εάν έχει αρκετά χρήματα. Έχει περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο αμερικανικό πανεπιστήμιο.
Το ερώτημα είναι εάν τα ερευνητικά κονδύλια που εγκρίνονται με επιστημονικά κριτήρια μπορούν να μετατρέπονται σε αντάλλαγμα πολιτικής υπακοής. Εάν η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί να συνδέει τη χρηματοδότηση μιας μελέτης για τον καρκίνο με τις απόψεις φοιτητών, τις προσλήψεις καθηγητών ή το περιεχόμενο της διδασκαλίας.
Το Χάρβαρντ δεν χρειάζεται να ανακηρυχθεί άμεμπτο για να δικαιούται συνταγματική προστασία. Και η υπεράσπιση της έρευνάς του δεν αποτελεί υπεράσπιση των προνομίων μιας πανεπιστημιακής ελίτ.
Αποτελεί υπεράσπιση της αρχής ότι η γνώση δεν μπορεί να χρηματοδοτείται μόνο όταν είναι πολιτικά υπάκουη.