Το «Άρωμα φουζέρ» της Γιούλης Χρονοπούλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με αφηγηματικές ακροβασίες ούτε να κατασκευάσει μεγάλες δραματικές κορυφώσεις. Επιλέγει κάτι δυσκολότερο: να κοιτάξει κατάματα τον άνθρωπο της καθημερινότητας και να φωτίσει εκείνες τις μικρές, σχεδόν αθέατες στιγμές που συνθέτουν τελικά μια ολόκληρη ζωή.
Η συλλογή αποτελείται από είκοσι πέντε διηγήματα, διαφορετικά μεταξύ τους ως προς το θέμα, τον αφηγηματικό τρόπο και τον χρόνο, αλλά δεμένα με έναν αόρατο ιστό: τη βαθιά πίστη ότι η λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι ένας τόπος κατανόησης του ανθρώπου. Οι ιστορίες της κινούνται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, στην προσωπική μνήμη και τη συλλογική Ιστορία, στον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την προσφυγιά, την οικογένεια και τη διαρκή προσπάθεια του ανθρώπου να βρει νόημα μέσα στις μικρές καθημερινές του μάχες.
Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι η ωριμότητα της γραφής. Παρότι πρόκειται για το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο της συγγραφέως, δύσκολα συναντά κανείς την αμηχανία μιας πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου. Αντίθετα, κάθε αφήγηση μοιάζει να έχει δουλευτεί με υπομονή, οικονομία και σεβασμό απέναντι στη δύναμη της σιωπής.
Η Χρονοπούλου γνωρίζει ότι το σημαντικό στη λογοτεχνία δεν είναι να εξηγείς τα πάντα. Είναι να αφήνεις χώρο στον αναγνώστη να αναπνεύσει μέσα στις λέξεις. Έτσι, οι ήρωές της δεν κραυγάζουν. Δεν αυτοαναλύονται. Αφήνουν τις μικρές χειρονομίες, τις παύσεις και τις λεπτομέρειες να αποκαλύψουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν ευθέως.
Η γλώσσα της είναι λιτή, ακριβής και διαυγής. Δεν αναζητά τον εντυπωσιασμό μέσω περίτεχνων εκφράσεων ούτε υποκύπτει στον πειρασμό του λυρισμού για χάρη του λυρισμού. Η δύναμή της βρίσκεται στην καθαρότητα. Σε μια εποχή όπου αρκετή σύγχρονη πεζογραφία συχνά εγκλωβίζεται είτε στον επιδεικτικό φορμαλισμό είτε στην εύκολη συναισθηματολογία, το «Άρωμα φουζέρ» ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο: εκείνον της ειλικρίνειας.
Ιδιαίτερη αρετή της συλλογής είναι η ικανότητά της να μετατρέπει το ασήμαντο σε ουσιαστικό. Ένα άρωμα. Ένα αντικείμενο. Μια οικογενειακή ανάμνηση. Ένας διάλογος που μοιάζει ασήμαντος. Μια σιωπή. Όλα αποκτούν αφηγηματική πυκνότητα χωρίς ποτέ να γίνονται συμβολισμοί που βαραίνουν το κείμενο. Αντίθετα, λειτουργούν σαν μικρές ψηφίδες ενός ευρύτερου μωσαϊκού, όπου ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει μόνος του την εικόνα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο τίτλος λειτουργεί συμβολικά. Το «φουζέρ» –ένα άρωμα με νότες που παραπέμπουν στη μνήμη, στη γη, στη φύση και στη διάρκεια– γίνεται η μεταφορά μιας λογοτεχνίας που δεν επιδιώκει να αφήσει έντονη οσμή, αλλά μια διακριτική παρουσία. Ένα ίχνος που επιμένει ακόμη και όταν έχει τελειώσει η ανάγνωση.
Σημαντική είναι και η πολυφωνία των αφηγήσεων. Η συγγραφέας εναλλάσσει αφηγηματικές οπτικές, πρόσωπα και χρονικά επίπεδα χωρίς επιτήδευση. Οι ιστορίες μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους, όχι επειδή συνδέονται πλοκιακά, αλλά επειδή όλες φωτίζουν διαφορετικές όψεις της ίδιας ανθρώπινης αγωνίας: της ανάγκης να αγαπήσουμε, να θυμηθούμε, να συγχωρήσουμε, να αντέξουμε.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου βρίσκεται αλλού.
Η Χρονοπούλου επιλέγει συνειδητά να γράψει σε μια εποχή που μοιάζει να έχει κουραστεί από την τρυφερότητα. Ζούμε σε μια δημόσια σφαίρα όπου κυριαρχούν οι κραυγές, οι βεβαιότητες, η ταχύτητα και ο κυνισμός. Το «Άρωμα φουζέρ» αντιστέκεται αθόρυβα σε αυτή τη συνθήκη. Δεν υψώνει τον τόνο της φωνής του. Αντίθετα, ψιθυρίζει. Και ακριβώς γι' αυτό ακούγεται δυνατότερα.
Η συγγραφέας δείχνει εμπιστοσύνη στον αναγνώστη. Δεν του υπαγορεύει τι να αισθανθεί. Του προσφέρει εικόνες, ανθρώπους, καταστάσεις και του επιτρέπει να ανακαλύψει μόνος του το συναισθηματικό τους βάθος. Πρόκειται για μια στάση που σπανίζει στη σύγχρονη λογοτεχνία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα διηγήματα έχουν την ίδια ένταση. Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε συλλογή, υπάρχουν αφηγήματα που κορυφώνονται περισσότερο και άλλα που λειτουργούν κυρίως ως στιγμιότυπα ή ασκήσεις ύφους. Ωστόσο, η συνοχή της συλλογής δεν διαταράσσεται. Αντίθετα, η ποικιλία των θεμάτων και των αφηγηματικών φωνών ενισχύει την αίσθηση ότι ο αναγνώστης περιηγείται σε ένα πολύχρωμο ανθρώπινο τοπίο.
Το «Άρωμα φουζέρ» δεν είναι βιβλίο που θα διαβαστεί βιαστικά σε μια νύχτα. Είναι από εκείνες τις συλλογές που επιστρέφεις σε αυτές. Που ξανανοίγεις ένα διήγημα εβδομάδες αργότερα και ανακαλύπτεις μια λεπτομέρεια που δεν είχες προσέξει. Ένα βλέμμα. Μια φράση. Μια σιωπή.
Η πρώτη λογοτεχνική κατάθεση της Γιούλης Χρονοπούλου είναι κάτι περισσότερο από μια επιτυχημένη εμφάνιση. Είναι η είσοδος μιας ώριμης αφηγηματικής φωνής στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Μιας φωνής που πιστεύει ότι η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να φωνάζει για να συγκινεί. Αρκεί να γνωρίζει τον άνθρωπο.
Και αυτό, τελικά, είναι το πιο διακριτικό αλλά και το πιο επίμονο «άρωμα» που αφήνει πίσω του αυτό το βιβλίο.