Το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. για την Παιδεία δεν είναι απλώς ένα σύνολο ασαφών εξαγγελιών. Πίσω από ελκυστικές διατυπώσεις για «σχολική ειρήνη», «αξιοπρεπείς μισθούς», ελεύθερη πρόσβαση και στήριξη του δημόσιου πανεπιστημίου διακρίνεται ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό υπόδειγμα. Και όσο περισσότερο ξεδιπλώνονται οι θέσεις του νέου κόμματος, τόσο καθαρότερα φαίνεται ότι δεν πρόκειται για σχέδιο ανατροπής της εμπορευματοποίησης, αλλά για τη ρύθμισή της με κοινωνικότερο λεξιλόγιο.
Η σφραγίδα του Κώστα Γαβρόγλου είναι εμφανής. Ως πρώην υπουργός Παιδείας και σήμερα συντονιστής της προγραμματικής δουλειάς της ΕΛ.Α.Σ., εκπροσωπεί μια σταθερά πανεπιστημιοκεντρική αντίληψη: το πανεπιστήμιο δεν περιορίζεται στις ολοκληρωμένες επιστημονικές σπουδές και στην έρευνα, αλλά μετατρέπεται σε κεντρικό πάροχο κατάρτισης, σύντομων τίτλων, επιμορφώσεων και πιστοποιήσεων.
Με τον νόμο 4485/2017 οργανώθηκαν στα Πανεπιστήμια τα Κέντρα Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης. Ο νόμος επέτρεψε τη χρηματοδότησή τους από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, χορηγίες, δωρεές και ευρωπαϊκά προγράμματα, αλλά και από τέλη των ίδιων των εκπαιδευομένων. Την ίδια περίοδο τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά δεν καταργήθηκαν. Ρυθμίστηκαν και θεσπίστηκαν εισοδηματικές απαλλαγές, οι οποίες δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν το 30% των εισακτέων κάθε προγράμματος, αλλά διατηρήθηκε η βασική αρχή ότι ένα δημόσιο πανεπιστήμιο μπορεί να παρέχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση και πιστοποιήσεις επί πληρωμή.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε το λεγόμενο «προσοντολόγιο Γαβρόγλου» του νόμου 4589/2019. Ένα μεταπτυχιακό εξισώθηκε με είκοσι μήνες εργασίας. Επιμορφώσεις, ξένες γλώσσες και πιστοποιήσεις εντάχθηκαν επίσης στην ανταγωνιστική μοριοδότηση. Οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί βρέθηκαν σε έναν διαρκή αγώνα συγκέντρωσης τίτλων και μορίων, ενώ το βασικό πτυχίο έπαψε να αρκεί ακόμη και για την προσδοκία μιας θέσης εργασίας.
Ακολούθησαν τα διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης μέσα στα Πανεπιστήμια και η απορρόφηση των ΤΕΙ από πανεπιστημιακές δομές. Η άρση της θεσμικής υποτίμησης των ΤΕΙ είχε θετικά στοιχεία, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ένα υπερδιευρυμένο πανεπιστήμιο, κάτω από την ομπρέλα του οποίου συνυπάρχουν πλήρη πτυχία, μεταπτυχιακά με δίδακτρα, διετείς τίτλοι επιπέδου 5, ΚΕΔΙΒΙΜ και σύντομες πιστοποιήσεις.
Οι σημερινές θέσεις της ΕΛ.Α.Σ. συνεχίζουν αυτό το νήμα. Προτείνουν διετή προγράμματα στα πανεπιστήμια, σε αντικείμενα «υψηλής ζήτησης στην αγορά εργασίας», με υποχρεωτική συνέργεια με «παραγωγικούς φορείς». Δεν υπάρχει δέσμευση για κατάργηση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά ούτε αμφισβήτηση της επί πληρωμή λειτουργίας των ΚΕΔΙΒΙΜ. Το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζεται ως πολυδύναμος πάροχος διαβαθμισμένων τίτλων και προσόντων, προσαρμοσμένων στις απαιτήσεις της αγοράς.
Στις εξαγγελίες για τους εκπαιδευτικούς, το πρόβλημα εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο: όχι μέσα από μια καθαρά διατυπωμένη επιλογή, αλλά μέσα από υποσχέσεις που αποφεύγουν τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Το «ειδικό μισθολόγιο» δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένο εισαγωγικό μισθό, ποσοστά αυξήσεων, αποκατάσταση των απωλειών, επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού ή δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Η παύση των διώξεων είναι αναγκαία, αλλά η θέση για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αποφεύγει το βασικό ερώτημα. Η ΕΛ.Α.Σ. μιλά για κατάργηση του «τιμωρητικού πλαισίου», για «ουσιαστική αναμόρφωση», προγραμματισμό και αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, χωρίς να δεσμεύεται για κατάργηση της ατομικής αξιολόγησης. Δεν λέγεται καθαρά αν καταργείται η ατομική αξιολόγηση ή αν απλώς αλλάζει μορφή, παραμένοντας εργαλείο ελέγχου των εκπαιδευτικών.
Ακόμη και η εξαγγελία για κατάργηση των Πανελλαδικών παραμένει ατελής. Για τα τμήματα υψηλής ζήτησης η ΕΛ.Α.Σ. προβλέπει τελικά εισαγωγή με βάση τον βαθμό του «αναβαθμισμένου απολυτηρίου της Γ΄ Λυκείου», χωρίς όμως να εξηγεί πώς θα διαμορφώνεται αυτός ο βαθμός. Θα προκύπτει από ενδοσχολική αξιολόγηση, από κοινά θέματα, από εξωτερικές εξετάσεις ή από συνδυασμό αυτών; Αν στηρίζεται κυρίως στη βαθμολογία του σχολείου, τίθεται σοβαρό ζήτημα συγκρισιμότητας ανάμεσα σε σχολεία με διαφορετικές κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνθήκες και αυξάνονται οι πιέσεις για βαθμοθηρία. Αν, αντίθετα, στηρίζεται σε κοινές εξωτερικές εξετάσεις, τότε οι Πανελλαδικές δεν καταργούνται ουσιαστικά, αλλά αντικαθίστανται από έναν νέο μηχανισμό κατάταξης. Η ΕΛ.Α.Σ. ανακοινώνει τον τίτλο του συστήματος που θα διαδεχθεί τις Πανελλαδικές, αλλά όχι τον τρόπο λειτουργίας του. Χωρίς αυτή την απάντηση δεν γνωρίζουμε αν καταργείται πραγματικά ο εξεταστικός φραγμός ή αν απλώς αλλάζει μορφή.
Στα ιδιωτικά πανεπιστήμια γίνεται απολύτως καθαρή η απόσταση της ΕΛ.Α.Σ. από την πάγια θέση της ελληνικής Αριστεράς και του εκπαιδευτικού κινήματος. Η επίσημη θέση δεν είναι κατάργηση του νόμου 5094/2024, αλλά «ριζική μεταβολή» του. Ο Γαβρόγλου μίλησε ήδη για «νέα αγορά» και για επανεξέταση των όρων λειτουργίας των ιδιωτικών ιδρυμάτων, όχι για κατάργησή τους.
Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, πρώην υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, σχολιάζοντας όσα ειπώθηκαν στη συνέντευξη Τύπου της ΕΛΑΣ, επισήμανε ότι δεν επρόκειτο για προσωπική «παραδρομή» του Γαβρόγλου, αλλά για επίσημη αλλαγή στάσης.
Η επίκληση της «ασφάλειας δικαίου» για τους ήδη εγγεγραμμένους φοιτητές δεν επιβάλλει τη μονιμοποίηση του θεσμού. Οι φοιτητές μπορούν να προστατευθούν με μεταβατικές διατάξεις. Αν κάθε επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη γίνεται αμετάκλητη μόλις δημιουργήσει οικονομικά συμφέροντα, συμβάσεις και τετελεσμένα, τότε η πολιτική αλλαγή περιορίζεται στην καλύτερη διαχείριση των επιλογών της Δεξιάς.
Η ίδια λογική αποδοχής και διαχείρισης των τετελεσμένων επανεμφανίζεται και στη συνολική θεσμική αρχιτεκτονική που προτείνει η ΕΛ.Α.Σ. Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε πριν λίγες ημέρες τη θέση του για διάσπαση του υπουργείου Παιδείας και τη δημιουργία αυτοτελούς Υπουργείου Έρευνας, Καινοτομίας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται, όμως, για μια νέα αριστερή θεσμική σύλληψη. Την ίδια πρόταση, με σχεδόν τον ίδιο τίτλο, είχε διατυπώσει πρώτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήδη από τον Νοέμβριο του 2025. Η ΕΛ.Α.Σ. υιοθετεί έτσι την ίδια βασική διοικητική αρχιτεκτονική: από τη μία συγκεντρώνονται τα πανεπιστήμια, η έρευνα, η καινοτομία, οι ανταγωνιστικοί πόροι και η σύνδεση με την οικονομία και από την άλλη παραμένει η μαζική σχολική εκπαίδευση, οι εκπαιδευτικοί, τα κτίρια και οι κοινωνικές υποχρεώσεις του κράτους. Αντί για έναν ενιαίο χώρο Παιδείας και Έρευνας, θεσμοποιείται μια νέα ιεράρχηση ανάμεσα στο προνομιακό πεδίο της γνώσης και της οικονομικής αξιοποίησής της και στο δημόσιο σχολείο των πολλών.
Για να δούμε καθαρότερα ότι αυτή η κατεύθυνση δεν είναι μονόδρομος, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη Φινλανδία ως ενδεικτικό παράδειγμα μιας διαφορετικής εκπαιδευτικής αφετηρίας, όχι ως πρότυπο προς μηχανική αντιγραφή. Εκεί ο σχεδιασμός δεν ξεκινά από την επέκταση των αγορών, των τίτλων και των πιστοποιήσεων μέσα στο πανεπιστήμιο, αλλά από την ενίσχυση της κοινής μορφωτικής βάσης για όλα τα παιδιά. Το σύστημα στηρίζεται στο ενιαίο βασικό σχολείο, στη δωρεάν εκπαίδευση, στην παροχή γευμάτων, βιβλίων και μεταφοράς, στην έγκαιρη μαθησιακή και ψυχοκοινωνική υποστήριξη και στην εμπιστοσύνη προς τον εκπαιδευτικό αντί της ατομικής ιεραρχικής αξιολόγησης. Παράλληλα, η σχολική και επαγγελματική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια και η επιστημονική πολιτική παραμένουν στον ίδιο θεσμικό χώρο, υπό το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.
Η διαφορά είναι πολιτική. Το φινλανδικό εκπαιδευτικό υπόδειγμα ξεκινά από την κοινή μορφωτική βάση και την πρόληψη των ανισοτήτων, ενώ το «μοντέλο Γαβρόγλου - ΕΛ.Α.Σ.» ξεκινά από τη διεύρυνση του πανεπιστημίου σε τίτλους, προσόντα, πιστοποιήσεις, αγορές και συνεργασίες με την οικονομία.
Το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. δεν οδηγεί στην πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Οδηγεί όμως σε ένα δημόσιο σύστημα με εσωτερικές αγορές, δίδακτρα, αυτοχρηματοδότηση, προσοντολόγια, σύντομους τίτλους, ιδιωτικά πανεπιστήμια και ισχυρή προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς.
Δεν ανατρέπει την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, αλλά τη ρυθμίζει.
Και αυτό δεν είναι σχέδιο μιας ενιαίας, δωρεάν, δημόσιας και δημοκρατικής Παιδείας. Είναι η διαχείριση μιας εκπαιδευτικής αγοράς με αριστερότερο λεξιλόγιο.
*Ο Χρήστος Πιλάλης είναι εκπαιδευτικός και στατιστικός, πρώην διευθυντής του Γραφείου του αναπληρωτή υπουργού Παιδείας Τάσου Κουράκη και πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΙΝΕΔΙΒΙΜ.