Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη περάσει την πόρτα του ελληνικού σχολείου. Δεν περίμενε να προηγηθεί η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η ανανέωση των σχολικών προγραμμάτων ή η δημιουργία ενός πλήρους θεσμικού πλαισίου. Μπήκε μέσα από τα κινητά τηλέφωνα, τα τάμπλετ και τους υπολογιστές των μαθητών, πολλές φορές χωρίς οι μεγάλοι να αντιληφθούν πόσο γρήγορα άλλαξαν οι όροι της καθημερινής σχολικής εργασίας.
Μαθητές ακόμη και του Δημοτικού χρησιμοποιούν πλέον εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης για να απαντήσουν σε ερωτήσεις, να λύσουν ασκήσεις, να συντάξουν εργασίες ή να δημιουργήσουν παρουσιάσεις. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο εάν τα παιδιά χρησιμοποιούν το ΑΙ, αλλά εάν μπορούν να κατανοήσουν τις απαντήσεις που λαμβάνουν, να ελέγξουν την αξιοπιστία τους και να διακρίνουν τη βοήθεια από την απλή αντιγραφή.
Τα εργαλεία παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης εμφανίστηκαν αρχικά ως μια εντυπωσιακή τεχνολογική δυνατότητα, ικανή να δημιουργήσει κείμενα, εικόνες, παρουσιάσεις και απαντήσεις μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Σύντομα, όμως, ο ενθουσιασμός άρχισε να συνοδεύεται από έντονο προβληματισμό. Οι εκπαιδευτικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με εργασίες που δεν αντιστοιχούσαν στις πραγματικές δυνατότητες των μαθητών, με ανύπαρκτες βιβλιογραφικές πηγές, με λανθασμένες πληροφορίες που παρουσιάζονταν ως βεβαιότητες και με ένα νέο είδος σχολικού «copy-paste».
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό θέμα συζήτησης. Είναι μια καθημερινή πραγματικότητα, η οποία επηρεάζει ήδη τη μελέτη στο σπίτι, τις εργασίες, την αξιολόγηση και τη σχέση ανάμεσα στον μαθητή και τον εκπαιδευτικό.
Τι προβλέπει το νέο πλαίσιο
Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 55909/Δ6 επιχειρείται να τεθούν για πρώτη φορά συγκεκριμένοι κανόνες για τη χρήση εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Η αξιοποίησή τους παραμένει προαιρετική τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς και επιτρέπεται μόνο όταν εξυπηρετεί τη μάθηση. Η χρήση τους πρέπει να πραγματοποιείται υπό την εποπτεία του εκπαιδευτικού και δεν μπορεί να επηρεάζει τη σχολική αξιολόγηση ή την υπηρεσιακή κατάσταση των διδασκόντων.
Παράλληλα, απαγορεύεται η δημιουργία παραποιημένου οπτικοακουστικού υλικού χωρίς συναίνεση, η παραγωγή ψευδών πηγών, η μη εξουσιοδοτημένη δημιουργία εφαρμογών και η επεξεργασία δεδομένων που σχετίζονται με την προσωπικότητα ή τη συμπεριφορά των ανηλίκων.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Δεν επιτρέπεται η δημιουργία προφίλ μαθητών με βάση σχολικές επιδόσεις, συμπεριφορές ή προσωπικά χαρακτηριστικά, ενώ η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις εξετάσεις απαγορεύεται, εκτός εάν υπάρχει ειδική εκπαιδευτική πρόβλεψη.
Οι μαθητικές εργασίες, επίσης, δεν μπορούν να παράγονται εξ ολοκλήρου από εφαρμογές ΑΙ. Το εργαλείο μπορεί να υποστηρίζει τη διαδικασία, αλλά δεν μπορεί να αντικαθιστά την προσωπική προσπάθεια του μαθητή.
Παιδιά που αντιγράφουν πριν μάθουν να κρίνουν
Στις μικρές ηλικίες, το βασικό πρόβλημα είναι ότι τα παιδιά δεν διαθέτουν ακόμη την ωριμότητα και τις γνώσεις που απαιτούνται για να αξιολογήσουν μια απάντηση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ένας μαθητής Δημοτικού μπορεί να αντιγράψει ένα άρτια διατυπωμένο κείμενο, χωρίς να κατανοεί το περιεχόμενό του. Μπορεί να παρουσιάσει μια εργασία με δύσκολες λέξεις, περίπλοκες έννοιες και πληροφορίες που δεν θα μπορούσε να εξηγήσει με δικά του λόγια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, με αυτόν τον τρόπο, κινδυνεύει να ενισχύσει ακριβώς εκείνο το μοντέλο μάθησης που το σχολείο υποτίθεται ότι προσπαθεί να περιορίσει: την αποστήθιση, την παθητική αναπαραγωγή και την αναζήτηση της έτοιμης απάντησης.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην τεχνολογία. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η σχολική εργασία. Όταν οι μαθητές καλούνται να παραδώσουν τυποποιημένες εργασίες, γενικές παρουσιάσεις και απαντήσεις που μπορούν εύκολα να παραχθούν από έναν αλγόριθμο, τότε η Τεχνητή Νοημοσύνη απλώς αποκαλύπτει τις αδυναμίες ενός ήδη προβληματικού μοντέλου αξιολόγησης.
Ο νέος διμέτωπος αγώνας των εκπαιδευτικών
Οι εκπαιδευτικοί καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν δύο παράλληλες προκλήσεις. Από τη μία πλευρά, τη διαχρονική παπαγαλία και, από την άλλη, την αυτοματοποιημένη παραγωγή έτοιμου περιεχομένου.
Η απαγόρευση από μόνη της δύσκολα μπορεί να αποτελέσει λύση. Οι μαθητές έχουν πρόσβαση στα εργαλεία αυτά εκτός του σχολείου και πολλές φορές γνωρίζουν τις εφαρμογές καλύτερα από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.
Η επιστροφή στις αποκλειστικά προφορικές εξετάσεις ή στις χειρόγραφες εργασίες μπορεί να περιορίσει ορισμένες μορφές αντιγραφής, δεν λύνει όμως το συνολικό πρόβλημα. Παράλληλα, δημιουργεί νέες ανισότητες και ενδέχεται να οδηγήσει το σχολείο σε μια αμυντική επιστροφή στο παρελθόν.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η αλλαγή των εργασιών και της αξιολόγησης. Οι μαθητές μπορούν να καλούνται να εξηγούν τη διαδικασία που ακολούθησαν, να παρουσιάζουν τις πηγές τους, να υπερασπίζονται προφορικά τα συμπεράσματά τους και να συγκρίνουν την απάντηση της Τεχνητής Νοημοσύνης με αξιόπιστες πηγές.
Με αυτόν τον τρόπο, το ΑΙ μπορεί να μετατραπεί από μηχανή παραγωγής έτοιμων απαντήσεων σε αντικείμενο κριτικού ελέγχου.
Άλλες ταχύτητες στα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία
Η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης αναδεικνύει παράλληλα τις μεγάλες ανισότητες που υπάρχουν μεταξύ των σχολείων.
Δεν διαθέτουν όλες οι σχολικές μονάδες τον ίδιο τεχνολογικό εξοπλισμό, τις ίδιες ταχύτητες σύνδεσης, τα ίδια εργαστήρια πληροφορικής ή τον ίδιο αριθμό μαθητών ανά τμήμα. Η αξιοποίηση προηγμένων εργαλείων σε ένα τμήμα με 15 ή 20 μαθητές είναι διαφορετική από τη διαχείρισή τους σε μια αίθουσα με 27, 28 ή 29 παιδιά.
Τα Πρότυπα, τα Πειραματικά και τα ιδιωτικά σχολεία διαθέτουν συχνά περισσότερες δυνατότητες πειραματισμού, ενώ πολλά δημόσια σχολεία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα βασικού εξοπλισμού, κτιριακών υποδομών και στελέχωσης.
Επομένως, η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένη από τη συνολική κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Η τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον δάσκαλο
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσαρμόσει ασκήσεις, να δημιουργήσει παραδείγματα, να μεταφράσει κείμενα και να εξοικονομήσει χρόνο. Δεν μπορεί, όμως, να κατανοήσει πλήρως τη σιωπή ενός παιδιού, την ανασφάλεια ενός μαθητή, τις σχέσεις μέσα στην τάξη ή τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τη μάθηση.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλός μεταδότης πληροφοριών, ώστε να μπορεί να αντικατασταθεί από μια μηχανή που παράγει ταχύτερα απαντήσεις. Είναι εκείνος που οργανώνει τη μαθησιακή διαδικασία, δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης, θέτει όρια, εντοπίζει δυσκολίες και βοηθά το παιδί να αποκτήσει κρίση.
Η μεγάλη πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι να μάθουν τα παιδιά να πατούν ένα κουμπί και να ζητούν μια έτοιμη απάντηση. Είναι να μάθουν να ρωτούν σωστά, να αμφισβητούν, να ελέγχουν και να αναγνωρίζουν πότε μια εντυπωσιακή απάντηση είναι λανθασμένη ή παραπλανητική.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη βρίσκεται ήδη στα σχολεία. Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν θα χρησιμοποιηθεί, αλλά ποιος θα καθορίσει τον τρόπο χρήσης της: η παιδαγωγική ή ο αλγόριθμος.
-/-/-/-/
-Το άρθρο στηρίζεται σε κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE 2, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Ana Somavilla (El Confidential-Ισπανία) και Justė Ancevičiūtė (Delfi-Λιθουανία)