Η συζήτηση είναι παλιά και επιστρέφει κάθε φορά που ένα συνδικάτο επιλέγει, μαζί με τις κινητοποιήσεις και τη δημόσια πίεση, να προσφύγει σε δικαστήρια, ευρωπαϊκούς θεσμούς ή άλλα υπερεθνικά όργανα. Για κάποιους είναι ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο, ενώ για άλλους αποτελεί χάσιμο χρόνου, καλλιέργεια αυταπατών και μεταφορά του αγώνα από τους χώρους εργασίας στις αίθουσες των θεσμών.
Η περίπτωση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών μάς επιτρέπει να δούμε αυτή τη διαφωνία μέσα από ένα πραγματικό παράδειγμα. Το 2018, με πρωτοβουλία της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, κατατέθηκε αναφορά στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διαφορετική μεταχείριση αναπληρωτών και μόνιμων εκπαιδευτικών. Η αναφορά κρίθηκε παραδεκτή και, όπως ανακοίνωσε η ΔΟΕ τον Ιανουάριο του 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε να πραγματοποιήσει προκαταρκτική έρευνα, ενώ η υπόθεση διαβιβάστηκε και στην Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις 20 Φεβρουαρίου 2019 συζητήθηκε στην Επιτροπή Αναφορών, η οποία αποφάσισε να την κρατήσει ανοικτή και να συνεχίσει τη διερεύνησή της. Η πορεία ήταν αργή αλλά είχε συγκεκριμένα στάδια. Στις 25 Ιουλίου 2024 η Επιτροπή άνοιξε επίσημη διαδικασία παράβασης και έστειλε προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, κρίνοντας ότι η ελληνική νομοθεσία παρείχε στους αναπληρωτές δυσμενέστερους όρους εργασίας, μεταξύ άλλων στην αναρρωτική άδεια και στην άδεια μητρότητας. Επειδή οι εξηγήσεις της ελληνικής κυβέρνησης δεν την έπεισαν, τον Μάιο του 2025 απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή την τελευταία επίσημη προειδοποίηση πριν από το δικαστήριο. Καθώς ούτε στη συνέχεια οι ανησυχίες της Επιτροπής αντιμετωπίστηκαν, στις 8 Ιουλίου 2026 αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οκτώ χρόνια είναι πάρα πολλά για ανθρώπους που ζουν καθημερινά την ανασφάλεια και ασφαλώς η παραπομπή δεν σημαίνει ότι οι αναπληρωτές δικαιώθηκαν ή ότι αύριο θα λυθούν τα προβλήματά τους. Δείχνει όμως ότι η κίνηση αυτή είχε αποτέλεσμα και μπορεί να μετατρέψει ένα αίτημα που μια κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί σε νομική υποχρέωση του κράτους.
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια συνδικαλιστική προσφυγή αφήνει απτό αποτέλεσμα. Ενδεικτικά και μόνο, το 2001 το βρετανικό συνδικάτο BECTU δικαιώθηκε από το Δικαστήριο της ΕΕ απέναντι σε ρύθμιση που στερούσε την πληρωμένη άδεια από εργαζομένους οι οποίοι δεν είχαν συμπληρώσει δεκατρείς εβδομάδες στον ίδιο εργοδότη. Η βρετανική κυβέρνηση άλλαξε την ίδια χρονιά τη νομοθεσία και κατήργησε το σχετικό όριο, δίνοντας δικαίωμα άδειας από την αρχή της εργασίας.
Το 2000, στην υπόθεση SIMAP, και το 2003, στην υπόθεση Jaeger, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι όταν ένας γιατρός είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται στο νοσοκομείο ή στο κέντρο υγείας, ολόκληρη η εφημερία αποτελεί χρόνο εργασίας, ακόμη και αν υπάρχουν διαστήματα χωρίς ενεργή απασχόληση. Η εφαρμογή των αποφάσεων δεν ήταν παντού άμεση ούτε πλήρης, οδήγησε όμως τα επόμενα χρόνια σε αλλαγές στη νομοθεσία και στην οργάνωση των νοσοκομείων, περιόρισε εξαντλητικά ωράρια και αύξησε την ανάγκη για πρόσθετο προσωπικό.
Το 2002, στην υπόθεση Wilson, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε το Ηνωμένο Βασίλειο επειδή εργοδότες πίεζαν εργαζομένους με οικονομικά κίνητρα να εγκαταλείψουν τη συλλογική διαπραγμάτευση. Δύο χρόνια αργότερα, το 2004, ψηφίστηκε νέα νομοθεσία που ενίσχυσε την προστασία απέναντι σε τέτοιες πρακτικές. Άδειες, χρόνος εργασίας και συνδικαλιστικά δικαιώματα άλλαξαν επειδή εργαζόμενοι και συνδικάτα δεν εγκατέλειψαν αυτό το πεδίο.
Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από την Ισπανία. Τον Ιούνιο του 2021, στην υπόθεση IMIDRA, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι μια δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να διατηρεί επί χρόνια εργαζομένους σε προσωρινές θέσεις, επικαλούμενη απλώς την καθυστέρηση των διαδικασιών για τη μόνιμη κάλυψή τους. Έναν μήνα αργότερα, ύστερα και από συμφωνία της κυβέρνησης με τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, εγκρίθηκαν έκτακτα μέτρα και τον Δεκέμβριο ψηφίστηκε νόμος για τον περιορισμό της προσωρινής απασχόλησης στο Δημόσιο, με διαδικασίες σταθεροποίησης χιλιάδων θέσεων. Η συμμόρφωση δεν υπήρξε πλήρης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επανήλθε αργότερα, κρίνοντας ανεπαρκή ορισμένα μέτρα. Υπήρξε όμως πραγματική αλλαγή νόμου και πρακτικής, που δύσκολα θα είχε γίνει με την ίδια ταχύτητα χωρίς τη δικαστική πίεση.
Σε όλα αυτά και σε πολλά άλλα, υπάρχει βέβαια η ένσταση ότι μια κυβέρνηση μπορεί να καθυστερεί τη συμμόρφωση, να πληρώνει πρόστιμα και να φορτώνει τον λογαριασμό στον λαό. Η ένσταση είναι σωστή, αλλά δεν αποδεικνύει ότι η προσφυγή είναι άχρηστη. Η καταβολή προστίμων δεν δίνει σε μια κυβέρνηση το δικαίωμα να συνεχίζει επ’ αόριστον την παραβίαση, αφού η υποχρέωση συμμόρφωσης παραμένει. Η νομική πίεση, όμως, δεν αρκεί από μόνη της. Αποκτά πραγματική δύναμη όταν συνοδεύεται από συλλογική δράση, ενημέρωση της κοινωνίας και πολιτική πίεση. Αν μια κυβέρνηση καθυστερεί να εφαρμόσει μια απόφαση και μεταφέρει το οικονομικό κόστος των προστίμων στους πολίτες, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να μετατρέπει αυτή την επιλογή και σε πολιτικό κόστος, ώστε η μη συμμόρφωση να μην είναι μια εύκολη και ανώδυνη λύση για εκείνους που κυβερνούν. Εδώ φαίνεται και μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Το 2018 υπήρξαν δυνάμεις που δεν στήριξαν την ευρωπαϊκή προσφυγή της ΔΟΕ, με τη λογική ότι δεν μπορεί το εργατικό κίνημα να ζητά προστασία από την Ευρωπαϊκή Ένωση που υπηρετεί τον καπιταλισμό και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Το 2026, όμως, όταν η 95η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ αποφάσισε να μην αναγνωρίσει τη συμμετοχή των δύο αντιπροσώπων του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λήμνου, μέρος της ίδιας άποψης επέλεξε να προσφύγει στα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια, ζητώντας με ασφαλιστικά μέτρα την ανατροπή της απόφασης.
Και εδώ υπάρχει ένα απλό ερώτημα: η νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι λιγότερο αξιόπιστη από τη νεοφιλελεύθερη Ελλάδα και το δικό της αστικό κράτος; Αν είναι θεμιτό να προσφεύγεις στα ελληνικά δικαστήρια όταν πιστεύεις ότι αδικείσαι, ακόμα και από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Ομοσπονδίας σου, γιατί θεωρείται εκ των προτέρων λάθος να αξιοποιείς έναν ευρωπαϊκό θεσμό όταν μπορεί να πιέσει για την προστασία χιλιάδων εργαζομένων;
Η πολιτική αντίθεση σε έναν θεσμό δεν σημαίνει ότι πρέπει να του χαρίζεις κάθε πεδίο στο οποίο μπορεί να δοθεί μάχη. Ο Λένιν, στον «Αριστερισμό, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», δεν είχε αυταπάτες για τα αστικά κοινοβούλια και τα αντιδραστικά συνδικάτα, θεωρούσε όμως λάθος να τα εγκαταλείπει το εργατικό κίνημα όσο μπορούσε να παρεμβαίνει και να διεκδικεί. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Νίκος Πουλαντζάς απέρριψε επίσης την απλοϊκή αντίθεση ανάμεσα στον αγώνα «μέσα» και στον αγώνα «έξω» από τους θεσμούς, υποστηρίζοντας ότι οι δύο μορφές πάλης πρέπει να συνδυάζονται με αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και δράση από τα κάτω.
Η υπόθεση των αναπληρωτών δεν έχει τελειώσει και δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς από όσους υπερψήφισαν την αναφορά της ΔΟΕ το 2018. Γιατί η σημερινή εξέλιξη δημιουργεί ένα σημαντικό πεδίο πίεσης, αλλά αν δεν αξιοποιηθεί από το σύνολο του εκπαιδευτικού κινήματος πολύ πιθανόν να μείνει χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Αυτό που χρειάζεται τώρα δεν είναι μια συζήτηση του τύπου «εμείς το ψηφίσαμε τότε, εσείς όχι», ούτε να ταμπουρωθούμε πίσω από παραταξιακές αντιπαραθέσεις. Χρειάζεται ενημέρωση του εκπαιδευτικού κινήματος, οργάνωση της διεκδίκησης και κοινή πίεση, ώστε μια θεσμική και νομική εξέλιξη να μετατραπεί σε πραγματικά δικαιώματα και καλύτερους όρους εργασίας.
Η υπόθεση αυτή μπορεί, ανάλογα με τους χειρισμούς της ηγεσίας της ΔΟΕ, να μας προσφέρει ένα μάθημα για το μέλλον: το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «δρόμος ή δικαστήριο», «αγώνας ή θεσμοί», «καλή ή κακή Ευρώπη», αλλά αν όλα τα διαθέσιμα μέσα μπορούν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο σχέδιο, ώστε ως εργαζόμενοι να κερδίζουμε πραγματικά δικαιώματα και όχι απλώς να καταγράφουμε έντιμες ήττες.
Χρήστος Πιλάλης
Εκπαιδευτικός
MSc Στατιστικής (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας),