Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση για την εκπαίδευση περιστρέφεται γύρω από νέες μεταρρυθμίσεις, το Εθνικό Απολυτήριο, την αξιολόγηση, τα προγράμματα σπουδών και τις εξετάσεις. Κάθε κυβέρνηση παρουσιάζει τις δικές της προτάσεις ως τη λύση στα διαχρονικά προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ωστόσο, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος θα υλοποιήσει όλες αυτές τις αλλαγές;
Καμία μεταρρύθμιση και κανένα Εθνικό Απολυτήριο δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστική πρόταση, όταν ο σημαντικότερος παράγοντας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ο εκπαιδευτικός, αγνοείται. Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται καθημερινά μέσα στην τάξη, που γνωρίζει τις ανάγκες των μαθητών, αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της σχολικής πραγματικότητας και μετατρέπει τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής σε πράξη.
Η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν εξαρτάται μόνο από τους νόμους ή τα εξεταστικά συστήματα. Εξαρτάται από το κατά πόσο ο εκπαιδευτικός διαθέτει τα κατάλληλα μέσα, την επιστημονική και παιδαγωγική υποστήριξη, τη συνεχή επιμόρφωση και ένα εργασιακό περιβάλλον που του επιτρέπει να ασκεί το λειτούργημά του με δημιουργικότητα και ασφάλεια. Όταν αυτά απουσιάζουν, ακόμη και η καλύτερα σχεδιασμένη μεταρρύθμιση κινδυνεύει να παραμείνει ένα θεωρητικό σχέδιο χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ζήτημα των αμοιβών. Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί συγκαταλέγονται διαχρονικά μεταξύ των χαμηλότερα αμειβόμενων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη το κόστος ζωής, τα υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα που απαιτούνται και οι αυξημένες επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Ένα κράτος που επιδιώκει να αναβαθμίσει το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να αγνοεί ότι η αξιοπρεπής αμοιβή αποτελεί προϋπόθεση για την προσέλκυση νέων επιστημόνων στο επάγγελμα, τη διατήρηση έμπειρων εκπαιδευτικών και την αναγνώριση του κοινωνικού τους έργου. Η αναβάθμιση των αποδοχών δεν είναι μια συντεχνιακή διεκδίκηση, αλλά επένδυση στην ποιότητα της εκπαίδευσης και στο μέλλον της χώρας.
Επιπλέον, κάθε εκπαιδευτική αλλαγή που σχεδιάζεται χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των εκπαιδευτικών στερείται πολύτιμης εμπειρίας. Οι άνθρωποι που εργάζονται καθημερινά στα σχολεία γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών, τις δυνατότητες αλλά και τα εμπόδια που υπάρχουν στην εφαρμογή κάθε νέου μέτρου. Η ενεργός συμμετοχή τους στον σχεδιασμό των πολιτικών δεν αποτελεί παραχώρηση, αλλά προϋπόθεση επιτυχίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αναγκαίες. Αντίθετα, η εκπαίδευση οφείλει να εξελίσσεται ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, η αλλαγή δεν μπορεί να περιορίζεται σε νέους θεσμούς ή διαφορετικούς τρόπους αξιολόγησης των μαθητών. Απαιτεί μια συνολική επένδυση στον άνθρωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της μαθησιακής διαδικασίας.
Η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τον εκπαιδευτικό ως συνεργάτη και όχι ως απλό εκτελεστή αποφάσεων. Ο ουσιαστικός διάλογος, η εμπιστοσύνη, η συνεχής επιμόρφωση, η αξιοκρατία, η αναβάθμιση των μισθολογικών και εργασιακών συνθηκών και η έμπρακτη αναγνώριση του έργου του αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σχολείο.
Τελικά, η επιτυχία κάθε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν κρίνεται από τον τίτλο της ούτε από το νομοθετικό της πλαίσιο. Κρίνεται από το κατά πόσο ενδυναμώνει τον εκπαιδευτικό και του δίνει τη δυνατότητα να προσφέρει στους μαθητές ποιοτική γνώση, παιδεία και αξίες. Χωρίς ουσιαστική στήριξη του εκπαιδευτικού –επιστημονική, θεσμική και οικονομική– καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αλλάξει πραγματικά το σχολείο.
*Δ.ντης Γελ Πεύκων
**τ.Δ.ντης 4ου -8ου Γυμνασίου Λαμίας