Ξέρω ότι πολλοί θα ταυτιστείτε. Άλλοι θα καταλάβετε. Και κάποιοι, όσο κι αν εξηγήσει κανείς δεν θα καταλάβετε ποτέ.
Στις παρέες, όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν, συχνά διστάζω να πω ότι είμαι εκπαιδευτικός. Ειδικά το καλοκαίρι. Το βλέπω στο βλέμμα τους. Πριν καν μιλήσουν, έχει ήδη σχηματιστεί η κρίση. ‘’Α, ναι…’’ ‘’Δηλαδή πληρώνεστε και για τους δύο μήνες που κάθεστε;’’
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν ενδιαφέρονται να μάθουν. Έχουν ήδη αποφασίσει ποιος είσαι.
Δεν βλέπουν τα απογεύματα που χάνονται σε προετοιμασία, τις διορθώσεις, την ψυχική φθορά, τις ευθύνες, τις δυσκολίες μέσα στην τάξη. Βλέπουν μόνο ένα ημερολόιο που γράφει ‘’καλοκαίρι’’ και θεωρούν ότι αυτό αρκεί για να ακυρώσει έναν ολόκληρο χρόνο δουλειάς.
Αναρωτιέμαι, όμως: θα ένιωθε πραγματικά καλύτερα η κοινωνία αν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές δεν πληρώνονταν το καλοκαίρι; Αυτό είναι το πρόβλημα; Ή μήπως κάποιοι αισθάνονται την ανάγκη να μειώσουν το επάγγελμα του άλλου για να δικαιολογήσουν τη δική τους αγανάκτηση;
Είναι παράξενο. Μια κοινωνία που λέει πως θέλει καλύτερη παιδεία αντιμετωπίζει τόσο εύκολα με ειρωνεία εκείνους που υπηρετούν την εκπαίδευση. Και πριν γνωρίσει τον άνθρωπο, τον έχει ήδη καταδικάσει μέσα από ένα στερεότυπο.
Η απαξίωση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού ειδικά την τελευταία 15ετία είναι απίστευτη. Και δεν φταίνε οι δύο μήνες το καλοκαίρι ούτε οι αργίες. Αυτά υπήρχαν πάντα.
Είναι ένα ολόκληρο κοινωνικό φαινόμενο που έχει να κάνει με την εποχή που διανύουμε. Την εποχή της επιφάνειας όπου η ίδια η εκπαίδευση στοχοποιείται. Και μαζί με την εκπαίδευση σαν διαδικασία στοχοποιούνται οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί.
‘’Την επόμενη φορά που θα με ρωτήσουν τι δουλειά κάνω θα βρω κάτι άλλο να πω. Βαρέθηκα να εξηγώ για το αυτονόητο’’.