Στο μικροσκόπιο θέτει το υπουργείο Παιδείας κάθε διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού και κάθε πρόσληψη αναπληρωτή, με νέα εγκύκλιο που εκδόθηκε κατ’ εντολή του γενικού γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, Γιάννη Παπαδομαρκάκη.
Το υπουργείο ζητά την απαρέγκλιτη εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου, δίνοντας εντολή για εξονυχιστικό έλεγχο όλων των προϋποθέσεων διορισμού, των κωλυμάτων και της γνησιότητας των δικαιολογητικών, πριν από την ανάληψη υπηρεσίας.
Στην εγκύκλιο υπογραμμίζεται ότι «οι υπηρεσίες οφείλουν να μην επιτρέπουν την ανάληψη υπηρεσίας χωρίς την πλήρωση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων», ενώ επισημαίνεται πως σε περίπτωση ελλιπών ή ανακριβών στοιχείων δεν θα προχωρά η διαδικασία διορισμού ή πρόσληψης. Παράλληλα, προβλέπονται αυστηροί αυτεπάγγελτοι έλεγχοι για ποινικό μητρώο, στρατολογική κατάσταση, πιστοποιητικά υγείας και κάθε άλλο δικαιολογητικό που απαιτεί η νομοθεσία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται, επίσης, στον υποχρεωτικό έλεγχο της γνησιότητας των δικαιολογητικών, καθώς και στην τήρηση των ασυμβίβαστων και των κωλυμάτων διορισμού, με το υπουργείο να καλεί όλες τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να εφαρμόσουν χωρίς καμία παρέκκλιση τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Δείτε εδώ αναλυτικά την εγκύκλιο.
Η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας
Υπενθύμιση νομοθεσίας για νεοδιοριζόμενους και προσλαμβανόμενους με σύμβαση ι.δ.ο.χ. εκπαιδευτικούς και μέλη Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ) και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (ΕΒΠ)
Με αφορμή διαπιστώσεις των Υπηρεσιών μας, αναφορικά με την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας, ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων διορισμού/ πρόσληψης των εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ, τα κωλύματα διορισμού/ πρόσληψης και ανάληψης υπηρεσίας, καθώς και την υποχρέωση των Υπηρεσιών σας για τον έλεγχο αυτών, σας αναφέρουμε τα ακόλουθα:
Μέρος Α΄ : Νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων διορισμού-πρόσληψης, τα κωλύματα διορισμού-πρόσληψης και ανάληψης υπηρεσίας των νεοδιοριζόμενων και των προσλαμβανόμενων αναπληρωτών εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ.
Ι. Συνδρομή προϋποθέσεων διορισμού/πρόσληψης- κωλύματα
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112)1 «2. Οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 19 Α') από την ημερομηνία ισχύος του […]».
Επομένως, κατά τα ανωτέρω, και στην περίπτωση των εκπαιδευτικών τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3528/2007 (Α΄ 26)2 όπως ισχύουν, ειδικότερα δε του ΜΕΡΟΥΣ Α΄, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄, ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ, ήτοι αναφορικά με: την Ιθαγένεια (άρθρο 4), την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων (άρθρο 5), την ηλικία διορισμού (άρθρο 6), την υγεία που τους επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσης (άρθρο 7), τα κωλύματα διορισμού (άρθρο 8 «Ποινική καταδίκη, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ανάκληση διορισμού» και 9 «Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους»).
Υπό το άνω νομοθετικό πλαίσιο και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, «Χρόνος συνδρομής προϋποθέσεων διορισμού» του ν.3528/2007:
«1. Οι υποψήφιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τα προσόντα του διορισμού τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά το χρόνο του διορισμού. Το ανώτατο όριο της ηλικίας διορισμού, όπου υπάρχει, πρέπει να συντρέχει κατά το πρώτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικό σημείο. Η μη εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων αποτελεί κώλυμα διορισμού, εφόσον αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί κατά το χρόνο διορισμού του υπαλλήλου.
2. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα κωλύματα διορισμού.».
Ιδιαιτέρως, εφιστάται η προσοχή σας στο άρθρο 9 «Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν.5225/2025 (Α΄152)3, στο οποίο ορίζονται τα εξής:
«Δεν διορίζονται υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα που δεν περιλαμβάνεται στη Γενική Κυβέρνηση, όπως αυτή ορίζεται στο ανωτέρω άρθρο, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, αν δεν παρέλθει δεκαετία από την απόλυση. Για τη διαπίστωση του ως άνω κωλύματος διορισμού υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Απογραφής Ελληνικού Δημοσίου. Το παρόν ισχύει και για όσους υπαλλήλους απώλεσαν την υπαλληλική τους ιδιότητα και ακολούθως τους επιβλήθηκε αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης λόγω συνέχισης της πειθαρχικής διαδικασίας μετά τη λύση της υπαλληλικής τους σχέσης.» [βλ. και σχετ. υπό στοιχεία ΔΙΔΑΔ/Φ.69/276/οικ.17614/7.11.2025, (ΑΔΑ: ΡΩΙΜ46ΜΤΛ6-ΣΔΣ) εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών].
Τα ανωτέρω προβλέπονται και στις Προκηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. για τους εκπαιδευτικούς και για τα μέλη Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ) και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (ΕΒΠ).
Στο σημείο αυτό εφιστούμε την προσοχή στα κάτωθι διαλαμβανόμενα, καθώς είναι κρίσιμο οι οικείες Περιφερειακές Διευθύνσεις και Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να μην επιτρέπουν την ανάληψη υπηρεσίας χωρίς την πλήρωση των κάτωθι προϋποθέσεων.
Συγκεκριμένα, στις οικείες Προκηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π., οι οποίες έχουν ισχύ κανονιστικού κειμένου, στο Παράρτημα Α΄ αυτών, ορίζονται τα εξής:
«Οι υποψήφιοι/ες πρέπει:
Να έχουν την υγεία που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης που επιλέγουν (παρ.1, αρ.7 του ν. 4210/2013, Α΄ 254)», η οποία κατ’ άρθρο 7, παρ. 2 του Υ.Κ. «… πιστοποιείται με γνωματεύσεις (α) παθολόγου ή γενικού ιατρού και (β) ψυχιάτρου, είτε του δημοσίου είτε ιδιωτών, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσης που πρόκειται να καταληφθεί».
Σχετικά με την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, ορίζεται ότι:
«Οι άνδρες κατά τον χρόνο διορισμού πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές άρθρο 5 του ν. 3528/2007 και άρθρο 29 του ν. 4440/2016). Εξαίρεση: Δεν απαιτείται εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για τους πολίτες κράτους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, για τους οποίους δεν προβλέπεται στη χώρα τους τέτοια υποχρέωση.».
Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό, ότι με την υπό στοιχεία ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.2.1/20562/2013 (Β΄ 1881) ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (σχετική και η υπό στοιχεία ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.2.1/23487/27-8-2013 (ΑΔΑ: ΒΛΩΜΧ-ΙΡ0) εγκύκλιος του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης [νυν Υπουργείο Εσωτερικών]) ορίζεται η υποχρεωτική αυτεπάγγελτη αναζήτηση του πιστοποιητικού στρατολογικής κατάστασης από τις δημόσιες υπηρεσίες.
Περαιτέρω, αναφορικά με την ηλικία διορισμού, προβλέπονται τα εξής:
«Ανώτατο όριο ηλικίας των υποψηφίων ορίζεται το εξηκοστό-έβδομο (67 ο) έτος (αριθμ. 1959/2017 απόφαση ΣτΕ). Κατώτατο όριο ηλικίας ορίζεται το εικοστό πρώτο (21 ο) έτος. Για τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου ηλικίας ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31 η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης, ενώ για τη συμπλήρωση του κατώτατου ορίου ηλικίας, ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης (άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 3528/2007).».
Επίσης, από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2458/22.02.2005 κ.υ.α. (Β΄ 267), όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 92605οικ/20.09.2005 (Β΄ 1334) ορίζεται η αυτεπάγγελτη αναζήτηση της καταφατικής ή αρνητικής δήλωσης της Υπηρεσίας Ποινικού Μητρώου από την Δημόσια Υπηρεσία έκδοσης της τελικής διοικητικής πράξης. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς υπενθυμίζεται ότι αναζητείται υποχρεωτικά αντίγραφο Ποινικού Μητρώου Δικαστικής Χρήσης [σχετ. άρθρο 572 ΚΠΔ (ν.4620/2019, Α΄96), όπως ισχύει].
Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που οι αρμόδιες υπηρεσίες διαπιστώσουν τη δήλωση ψευδών γεγονότων κατά την αίτηση διορισμού, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν.1599/1986, οφείλουν να προβαίνουν αμελλητί στις απαιτούμενες κατά λόγο αρμοδιότητας ενέργειες [άρθρο 38 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ν. 4620/2019 (Α΄96 – Διορθ. Σφαλμ. στο Α΄ 122/2019) και άρθρο 20 του Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007 (Α΄26).
Επιπροσθέτως, διευκρινίζεται ότι τα άνω καταλαμβάνουν και τους εκπαιδευτικούς και τα μέλη ΕΕΠ-ΕΒΠ που προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου (σχετ. ΣτΕ 1437/2021).
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 2942/2001 (Α΄ 202), όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν.4301/2014 (Α΄223- Διορθ. Σφαλμ. στο Α΄229):
«Για τη συμμετοχή στη διαδικασία πλήρωσης θέσεων αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ζητείται υποχρεωτικά πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών του τόπου κατοικίας και του τόπου όπου υπηρέτησε ο εκπαιδευτικός τα προηγούμενα έτη, περί άσκησης ή μη εις βάρος του ποινικής δίωξης για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και ποινικό μητρώο περί του αν υπάρχει καταδίκη για τέτοιο έγκλημα. Στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή υπάρχει καταδίκη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, ο υποψήφιος αυτός απαγορεύεται να συμμετάσχει στη διαδικασία για πλήρωση θέσεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών ή ωρομισθίων εκπαιδευτικών.».
ΙΙ. Κωλύματα ανάληψης υπηρεσίας
Αναφορικά με τα κωλύματα ανάληψης υπηρεσίας εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 31, παρ. 3, «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή», 32 «Συμμετοχή σε εταιρείες», 33 «Έργα ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα» και 35 «Κατοχή δεύτερης θέσης» του ν.3528/2007 (Α΄ 26).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 31:
«1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια στους υπαλλήλους του Δημοσίου χορηγείται από τον οικείο υπουργό και στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης και αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης.
3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ. […]»
Σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 32:
«1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων.
2. Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου. Η άδεια χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 31 του παρόντος.»
Επισημαίνουμε ότι η κατ΄επάγγελμα άσκηση εμπορίας είναι «απολύτως ασυμβίβαστη με την υπαλληλική ιδιότητα και δεν δύναται να χορηγηθεί άδεια σ΄ αυτόν κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 3 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα. Η εξαίρεση που θεσπίζει η παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου αφορά μόνο άδεια για άσκηση ιδιωτικού έργου ή εργασίας με αμοιβή από τον υπάλληλο […], όχι όμως και την κατ΄επάγγελμα άσκηση εμπορίας» (ΝΣΚ 225/2015). Σύμφωνα, δε και με την ερμηνεία του ΥΚ, «Η §3 ρητά ορίζει ότι απαγορεύεται (= «Δεν επιτρέπεται») η «κατ΄επάγγελμα» άσκηση εμπορίας»4 και συνεπώς «[…]καθιερώνει ένα απόλυτο ασυμβίβαστο… [το οποίο] αναφέρεται στην κτήση της εμπορικής ιδιότητας5.
Επιπροσθέτως, τελεί σε ισχύ η ειδική ρήτρα της παρ. 16 του άρθρου 14 του ν.1566/1985 (Α΄167) για τους εκπαιδευτικούς, σύμφωνα με την οποία «…Άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου χορηγείται εάν προηγουμένως καλυφθούν με υπερωριακή διδασκαλία οι ανάγκες των δημόσιων σχολείων. Οι δημόσιοι εκπαιδευτικοί δεν επιτρέπεται να διδάσκουν σε ιδιωτικά σχολεία ή φροντιστήρια. Για τις παραβάσεις του προηγούμενου εδ., εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθ. 13.».
Τα εν λόγω κωλύματα ανάληψης υπηρεσίας προβλέπονται στην ενότητα Β του Παραρτήματος Α των Προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π 1ΓΕ/2026 (τ. ΑΣΕΠ 21) και 2ΓΕ/2026 (τ. ΑΣΕΠ 22) για τους εκπαιδευτικούς, και 1ΕΑ/2025 (τ. ΑΣΕΠ 20) και 2ΕΑ/2025 (τ. ΑΣΕΠ 21 και 24) για τα μέλη ΕΕΠ-ΕΒΠ, ως εξής:
«Β. Έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης-δήλωσης, αλλά δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία σε περίπτωση πρόσληψης, αν εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιότητά τους:
(i) Οι υποψήφιοι/ες που μετέχουν σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή είναι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι/ες σύμβουλοι ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστές/ίστριες οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας (άρθρο 32, ν. 3528/2007) ή ασκούν εμπορία κατ’ επάγγελμα (παρ. 3, άρθρο 31, ν. 3528/2007), δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία, εάν προηγουμένως δεν παραιτηθούν με οποιονδήποτε τρόπο ή δεν αναστείλουν τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους.
(ii) Όσοι/ες ασκούν έργα ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα (άρθρο 33 του ν. 3528/2007 και άρθρα 56 και 57 του Συντάγματος).
(iii) Οι υπάλληλοι που απασχολούνται στο Δημόσιο και τα Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου με πλήρες ωράριο εργασίας (και άσχετα από τη φύση της σχέσεως που τους συνδέει με το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο) δεν μπορούν να απασχοληθούν/αναλάβουν υπηρεσία στη δημόσια εκπ/ση με πλήρες ωράριο (άρθρο 1 του ν. 1256/1982, άρθρο 35 του ν. 3528/2007 και Γνωμοδότηση ΝΣΚ 251/2007).
(iv) Όσοι/ες είναι ιδιοκτήτες φροντιστηρίων ή διδάσκουν σε αυτά καθώς και οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε ιδιωτικά σχολεία (με πλήρες ή μειωμένο ωράριο) (παρ.16 του άρθρου 14 του ν. 1566/1985).»
Ως προς την κατοχή δεύτερης θέσης στο δημόσιο τομέα εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 104, παρ. 1, του Συντάγματος (120/Α΄/2008), 35, παρ. 1, του Υ.Κ (ν. 3528/2007, Α΄ 26) και 1, παρ. 1, του ν. 1256/1982 (Α΄ 65), σύμφωνα με τις οποίες έχει μεν καθιερωθεί, ως κανόνας, η απαγόρευση της κατοχής δεύτερης θέσης στον δημόσιο τομέα, όπως εκάστοτε αυτός ορίζεται, ωστόσο, από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 1 εδ. 2 του Συντάγματος επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση και με πρόβλεψη ειδικού νόμου, ο διορισμός σε δεύτερη θέση, ενώ η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 του Υ.Κ. προβλέπει ρητά ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις ειδικών νόμων, που επιτρέπουν τον διορισμό σε δεύτερη θέση. Τέτοιες διατάξεις ειδικού νόμου αποτελούν και εκείνες της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, που προστέθηκαν με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 1400/1983 (Α΄ 156) και αναφέρονται στη δυνατότητα κατοχής δεύτερης θέσης ή απασχόλησης σε φορείς του δημόσιου τομέα από τους πολυτέκνους.
Σχετική επί του εν λόγω θέματος είναι η γνωμοδότηση 109/2019 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έχει γίνει αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία και στην περίπτωση της νόμιμης κατοχής δεύτερης έμμισθης θέσης στο δημόσιο απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή του άρθρου 31 του Υ.Κ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26). Συγκεκριμένα, στην 14η σκέψη της άνω γνωμοδότησης διαλαμβάνονται τα εξής: «… όταν συντρέχει περίπτωση κατοχής επιτρεπτής κατά νόμο δεύτερης θέσης στο δημόσιο τομέα, ως εν προκειμένω, δεν αναιρείται η υποχρέωση του υπαλλήλου να ζητήσει την κατ’ άρθρο 31 Υ.Κ. άδεια, (…) αντιμετωπίζεται το ζήτημα του κατά πόσον ο υπάλληλος μπορεί να ανταπεξέλθει κατά τρόπο άρτιο στην εκτέλεση των κυρίων καθηκόντων του παρά την απασχόλησή του και με τα καθήκοντα της δεύτερης θέσης, πράγμα που διασφαλίζεται εκ των προτέρων με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 Υ.Κ. …». Η εν λόγω άδεια, όπως είναι γνωστό, χορηγείται κατόπιν αιτιολογημένης σύμφωνης γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο ελέγχει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης (πέραν της κύριας) δραστηριότητας, ήτοι – εν προκειμένω και πρωτίστως – κρίνει εάν η εν λόγω δραστηριότητα δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας, κι εάν μπορεί να παρασχεθεί σε τόπο και σε χρόνο που δεν θα επηρεάζουν τη δυνατότητα του/της υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντα του/της.
Οι Υπηρεσίες σας οφείλουν να απαιτούν την προσκόμιση όλων των απαραίτητων αποδεικτικών, από μέρους των εκπαιδευτικών και των μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ, για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων διορισμού/ πρόσληψης, καθώς και την προσκόμιση υπεύθυνης δήλωσης για την μη ύπαρξη κωλυμάτων στο πρόσωπό τους, άλλως να μην επιτρέπουν την ανάληψη υπηρεσίας σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί το σύνολο αυτών. Ειδικές διατάξεις ορίζουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά κατά την ανάληψη υπηρεσίας των προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ (βλ. παρακάτω).
ΙΙΙ. Δικαιολογητικά για την ανάληψη υπηρεσίας των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 α του άρθρου 6 «Σύναψη και λύση της σύμβασης εργασίας προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών και μελών Ε.Ε.Π.-Ε.Β.Π. - Υποβλητέα δικαιολογητικά» της υπό στοιχεία 104627/ΓΔ5/2020 (Β΄ 3344 ΑΔΑ: 9ΕΒΕ46ΜΤΛΗ-7ΦΛ) υ.α6. ισχύουν τα εξής:
«8.α. Κατά την εμφάνισή τους για ανάληψη υπηρεσίας οι προσλαμβανόμενοι καταθέτουν, πέραν των πιστοποιητικών ταυτοποίησής τους:
αα) Αντίγραφα των δικαιολογητικών των τυπικών προσόντων ένταξης στον κλάδο,
ββ1) Γνωμάτευση παθολόγου ή γενικού ιατρού, είτε του δημοσίου είτε ιδιώτη, η οποία να πιστοποιεί την υγεία του εκπαιδευτικού και την ικανότητα να ασκήσει διδακτικά καθήκοντα ή του μέλους Ε.Ε.Π.-Ε.Β.Π. να ασκήσει υποστηρικτικά καθήκοντα αντίστοιχα και
ββ2) Γνωμάτευση ψυχιάτρου, είτε του δημοσίου είτε ιδιώτη, η οποία να πιστοποιεί την υγεία του εκπαιδευτικού και την ικανότητα να ασκήσει διδακτικά καθήκοντα ή του μέλους Ε.Ε.Π.-Ε.Β.Π. να ασκήσει υποστηρικτικά καθήκοντα αντίστοιχα,
γγ) Υπεύθυνη δήλωση περί:
γγ1) μη άσκησης ποινικής δίωξης ή καταδίκης για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής,
γγ2) μη ύπαρξης στο πρόσωπό τους των κωλυμάτων των άρθρων 8 και 9 του ν.3528/2007,
γγ3) μη άσκησης εμπορίας κατ΄ επάγγελμα.
β. Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης επιπρόσθετα των ανωτέρω δικαιολογητικών που κατατίθενται από τον ίδιο τον αναπληρωτή, οφείλει να αναζητήσει αυτεπάγγελτα για τους προσληφθέντες αρμοδιότητάς της:
αα) αντίγραφο ποινικού μητρώου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν εμπίπτουν στα αναφερόμενα κωλύματα του άρθρου 8 του ν. 3528/2007,
ββ) από τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Απογραφής Ελληνικού Δημοσίου7 ότι δεν εμπίπτουν στα αναφερόμενα κωλύματα του άρθρου 9 του ν. 3528/2007 και
γγ) (για τους άρρενες εκπαιδευτικούς) πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης, από το οποίο να προκύπτει ότι έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νόμιμα απαλλαγεί από αυτές κατά την ημερομηνία πρόσληψης.».
Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην περίπτωση των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών. Για το ειδικότερο πλαίσιο που διέπει τις προσλήψεις των ωρομίσθιων ιδιωτών (εμπειροτεχνών ιδιωτών ΕΜ16, καθώς και των ωρομίσθιων ιδιωτών για πρόσληψη στα Καλλιτεχνικά Σχολεία), οφείλετε να ανατρέχετε στις κατά περίπτωση εγκυκλίους.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Υπηρεσίες σας οφείλουν να μεριμνούν για την απαρέγκλιτη τήρηση των οριζομένων, σύμφωνα με τη νομοθεσία, και να μην προχωρούν στην έκδοση πράξης ανάληψης υπηρεσίας σε περίπτωση που δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά.
Μέρος Β΄: Νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη σύναψη και τη λύση της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ καταγγελία σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο
Ι. Συμβάσεις αναπληρωτών
Σύμφωνα με την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 6 της υπό στοιχεία 104627/ΓΔ5/2020 (Β΄ 3344, ΑΔΑ: 9ΕΒΕ46ΜΤΛΗ-7ΦΛ) υ.α.:
«[…] 2. Κατά την ανάληψη υπηρεσίας αναπληρωτή συνάπτεται σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίουορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της από την κατάρτισή της, με την επιφύλαξη της παρ. 3, και λήγει αυτοδικαίως με τη λήξη του οικείου διδακτικού έτους. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του προηγούμενου εδαφίου το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διευθυντή Εκπαίδευσης, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η σχολική μονάδα ανάληψης υπηρεσίας. […]
4. Η σύμβαση εργασίας της παρ. 2 λύεται και πριν από τη λήξη του διδακτικού έτους με καταγγελία αυτής για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 53 του Π.Δ. 410/1988 (Α΄ 191) σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου τέταρτου του ν. 4057/2012 (Α΄ 54).» […]
6. Η σύμβαση εργασίας των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών λύεται αυτοδικαίως:
α) όταν πάψουν να συντρέχουν οι λόγοι που επέβαλαν την πρόσληψη και ιδίως με την ανάληψη υπηρεσίας μόνιμων ή αναπληρωτών εκπαιδευτικών,
β) με τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχουν προσληφθεί,
γ) με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με την παρ. 4 και
δ) εφόσον δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, την 21η Ιουνίου.»
Επισημαίνεται ότι, κατ’ άρθρο 76, παρ. 3, του ν. 4727/2020 (Α΄ 184), οι Υπηρεσίες σας υποχρεούνται να αναρτούν αμελλητί στο πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ τη λύση της σύμβασης εργασίας, στην περίπτωση παραίτησης, αναπληρωτή εκπαιδευτικού και μέλους ΕΕΠ-ΕΒΠ, και να καταχωρίζουν στο ΟΠΣΥΔ τον αριθμό πρωτοκόλλου, την ημερομηνία και τον ΑΔΑ της σχετικής Πράξης.
ΙΙ. Καταγγελία σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 53 του π.δ/τος 410/1988 (Α΄ 191), «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου»:
«1. Η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως:
α) Η παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1 περ. α'.
β) Η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο.
γ) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες.
δ) Η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας.
ε) Η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεστεί αδίκημα που τιμωρήθηκε τουλάχιστον με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή.
στ) Η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων.
ζ) Η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊστάμενων.
2. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη, αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο.».
Επιπροσθέτως, με το άρθρο τέταρτο, παρ. 3, του ν.4057/2012 (Α΄54), ορίζεται ότι :
«3. Σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 (Α΄ 191) για την καταγγελία από την υπηρεσία της σύμβασης εργασίας, μπορεί να αποτελεί η τέλεση κάθε πειθαρχικού παραπτώματος, διατηρουμένων σε ισχύ των ρυθμίσεων του άρθρου 55 του ίδιου διατάγματος.».
Επίσης, στο άρθρο 6 «Προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου» του ν. 2690/1999 (Α΄45)8 ορίζονται τα εξής:
«1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου. 3. Αν η άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, είναι, κατ' εξαίρεση, δυνατή η, χωρίς προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου, ρύθμιση. Αν η κατάσταση που ρυθμίστηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε και προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει αυτοδικαίως, και χωρίς άλλη ενέργεια, να ισχύει. 4. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με τη δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής.»
Στην περίπτωση, επομένως, που συντρέχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αναπληρωτή εκπαιδευτικού ή μέλους ΕΕΠ-ΕΒΠ, και προκειμένου να προβούμε εν συνεχεία σε ενέργειες αρμοδιότητάς μας, οφείλετε να αποστέλλετε τη σχετική πράξη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου (Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ΕΕΠ, κατά περίπτωση), με την οποία θα παρέχεται η σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του, συνοδευόμενη από πλήρη φάκελο της υπόθεσης.
Μέρος Γ΄: Υποχρέωση ελέγχου γνησιότητας του συνόλου των δικαιολογητικών των εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ
Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28 « Έλεγχος γνησιότητας δικαιολογητικών» του ν.4305/2014 (Α΄ 237), όπως ισχύει:
«4. Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών μετά τη δημοσίευση της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως μονίμου προσωπικού ή προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή προσωπικού με θητεία που ανανεώνεται ή με σχέση έμμισθης εντολής που διορίζεται ή προσλαμβάνεται με διαδικασία η οποία προβλέπεται σε διατάξεις πλην αυτών του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28) διενεργείται υποχρεωτικά αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και τα οποία είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του κατά τη διαδικασία πρόσληψης».
Στο πλαίσιο αυτό, με επανειλημμένες εγκυκλίους των Υπηρεσιών μας [ενδεικτικά, ανωτέρω σχετικές 1 και 2, καθώς και οι υπό στοιχεία 8298/Ε3/27-1-2025 (ΑΔΑ: ΨΒ7Ι46ΝΚΠΔ-Ω53) και 11087/Ε3/29-1-2026 (ΑΔΑ: ΡΤ3Θ46ΝΚΠΔ-ΥΧ5)], τονίζεται η υποχρέωσή σας για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο γνησιότητας του συνόλου των δικαιολογητικών διορισμού/ πρόσληψης των εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ.
Ειδικότερα, στην ως άνω σχετ. 2, αναφέρονται τα εξής:
«Υπενθυμίζεται η υποχρέωση του ελέγχου γνησιότητας των δικαιολογητικών των εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 28 του ν. 4305/2014, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 4765/2021. Ειδικότερα, με τις παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 28 του ν. 4305/2014, ορίζεται ότι : «4. Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών μετά τη δημοσίευση της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως μονίμου προσωπικού ή προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή προσωπικού με θητεία που ανανεώνεται ή με σχέση έμμισθης εντολής που διορίζεται ή προσλαμβάνεται με διαδικασία η οποία προβλέπεται σε διατάξεις πλην αυτών του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28) διενεργείται υποχρεωτικά αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και τα οποία είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του κατά τη διαδικασία πρόσληψης. […] Κατόπιν των άνω εκτεθέντων, γίνεται σαφές ότι τα αρμόδια τμήματα Προσωπικού των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και των Περιφερειακών Διευθύνσεων θα πρέπει να προβαίνουν αμελλητί στον έλεγχο γνησιότητας για το σύνολο των στοιχείων που έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν μοριοδοτηθεί κατά τον διορισμό, την πρόσληψη αλλά και για το σύνολο των δικαιολογητικών, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων που επηρεάζουν την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση και που προσκομίζει ο υπάλληλος για την ενημέρωση του προσωπικού του μητρώου.»9
Εφιστάται η προσοχή στα διαλαμβανόμενα στο υπό στοιχεία 33581/Ε3/27-3-2025 (ΑΔΑ: Ψ9ΝΟ46ΝΚΠΔ-ΠΨ4) έγγραφό μας (σχετ. 1):
«[…] στο πλαίσιο του ελέγχου γνησιότητας δικαιολογητικών και βάσει της διαμορφωθείσας πάγιας νομολογίας (ΣτΕ 2760/2022, 633/2023, 312/2024, 1484/2024), σε περίπτωση που υπάλληλος κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών για τον διορισμό του προσκόμισε πλαστό έγγραφο η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη, προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να ενεργοποιεί κατ’ αρχήν τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του. Περαιτέρω, έχει κριθεί νομολογιακώς ότι είναι νομικά αδιάφορο και δεν εξετάζεται αν, βάσει των λοιπών προσόντων του, ο παρανόμως διορισθείς θα παρέμενε διοριστέος και χωρίς τη λήψη υπόψη των προσόντων που οδήγησαν ή συνέβαλαν στον παράνομο διορισμό του» (βλ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΠ. 2.9 /92/οικ.2837/13-2-2025 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών, με ΑΔΑ 6ΣΕΥ46ΜΤΛ6-ΕΒ5)…».
Παρακαλούμε για την απαρέγκλιτη τήρηση των ανωτέρω. Με εντολή Υπουργού
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Α/ΘΜΙΑΣ, Β/ΘΜΙΑΣ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΜΑΡΚΑΚΗΣ