Η λέξη προέρχεται από τις λέξεις "οσφύς" (μέση) και "κάμπτω" (λυγίζω). Κυριολεκτικά, περιγράφει εκείνον που λυγίζει τη μέση του, δηλαδή που υποκλίνεται.
Στη μεταφορική της χρήση, όμως, ο οσφυοκάμπτης είναι ο άνθρωπος που φέρεται δουλοπρεπώς, υποτάσσεται πρόθυμα στους ισχυρούς και επιδεικνύει υπερβολική υποτέλεια ή κολακεία για να αποκομίσει οφέλη.
Στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική σημασία, για να χαρακτηρίσει κάποιον που στερείται αξιοπρέπειας και προτιμά να υποχωρεί ή να κολακεύει τους ανωτέρους του αντί να υπερασπίζεται τις απόψεις και τις αξίες του.