Η λέξη «σφετερίζομαι» έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική, προερχόμενη από τον όρο «σφέτερος».
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη κατά την οποία κάποιος οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει. Στην ουσία, πρόκειται για συνώνυμο του ρήματος «ιδιοποιούμαι».