Η λέξη «δερβίσης» σημαίνει μουσουλμάνος μοναχός που έχει απαρνηθεί τα εγκόσμια και ζει με υποχρεωτική πενία και αγαμία σε ασκητικά κέντρα (τεκέδες) ή και μέσα στον κόσμο, σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη. Η λέξη όμως χρησιμοποιείται και μεταφορικά για να περιγράψει κάποιον υπερήφανο και λεβέντη.
Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την περσική λέξη darwes που σημαίνει «επαίτης», στη συνέχεια στα τουρκικά έγινε dervis και στα ελληνικά ντερβίσης, φτάνοντας στην τελική της μορφή «δερβίσης».