Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της πολιτικής και θεσμικής ατζέντας, ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης που προαναγγέλθηκε. Μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού, καθώς και τις παρεμβάσεις της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης, το άρθρο 90 του Συντάγματος τίθεται εκ νέου υπό ενδελεχή εξέταση, εγείροντας κρίσιμα ερωτήματα για τη δημοκρατική νομιμοποίηση, την ανεξαρτησία και τη θεσμική ισορροπία της δικαστικής λειτουργίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Φοιτητικός Επιστημονικός Όμιλος Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών διοργάνωσε εκδήλωση με αντικείμενο «Η Επιλογή της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης», φέρνοντας σε γόνιμο και ουσιαστικό διάλογο τη φοιτητική επιστημονική κοινότητα με κορυφαίους εκπροσώπους της δικαστικής και της ακαδημαϊκής ζωής της χώρας.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη και την αρωγή του ΕΚΠΑ και των καθηγητών της Νομικής Σχολής, επιβεβαιώνοντας τον ενεργό ρόλο του Πανεπιστημίου στον δημόσιο θεσμικό διάλογο.
Ο Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτού εκφράσει τη θέση του σχετικά με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στέκεται στη σημασία του ευρωπαϊκού κεκτημένου για την Ελλάδα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «το ευρωπαϊκό κεκτημένο είναι για τη χώρα μας ένας δρόμος φωτεινός». Παρά την κρίση που πλήττει την Ευρώπη, ο ίδιος πιστεύει πως «εμείς οι νομικοί μπορούμε να αντλήσουμε ιδέες και αρχές για να προχωρήσουμε μπροστά», ειδικά σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια «κρίση θεσμών». Αναφορικά με τη συζήτηση για την επιλογή των προεδρείων από την εκτελεστική εξουσία, ο κ. Πικραμένος τονίζει πως αυτή έχει ξεκινήσει λόγω ενός «ελλείμματος δημόσιας εμπιστοσύνης». Εξηγεί ότι η Δικαιοσύνη είναι μια «πολιτειακή λειτουργία που χρησιμοποιεί μια τεχνική γλώσσα, την οποία δεν καταλαβαίνει ο μέσος άνθρωπος, ούτε καν ο μορφωμένος», καθώς αφορά τη γλώσσα των δικαστικών αποφάσεων.
Ο ίδιος προσθέτει ότι, στη σημερινή φιλελεύθερη δημοκρατία, «όπου δεν υπάρχουν πια θεσμικά αντίβαρα απέναντι στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία», η Δικαιοσύνη, και ειδικότερα το ΣτΕ, αποτελεί «το μοναδικό θεσμικό αντιστάθμισμα που μπορεί να ακυρώσει δημόσιες πολιτικές της εκάστοτε κοινοβουλευτικής εξουσίας». Ο κ. Πικραμένος τονίζει ότι η απόφαση της Δικαιοσύνης χωρίζεται σε δύο μέρη: το διατακτικό και το σκεπτικό. «Αν και η Δικαιοσύνη είναι το μοναδικό θεσμικό αντιστάθμισμα, πολλές φορές εισέρχεται στο πολιτικό παιχνίδι και το σκεπτικό των αποφάσεων αγνοείται, κάτι που παραβλέπεται ακόμη και από καθηγητές πανεπιστημίου», σημειώνει χαρακτηριστικά. Αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις που σχετίζονται με τη δημόσια εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ο κ. Πικραμένος σημειώνει ότι «δεν είναι πλήρης», εξηγώντας πως στη δικαστική διαδικασία υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, ενώ παράλληλα «πολιτικά παιχνίδια παίζονται». Ο ίδιος αναρωτιέται «πώς σχηματίζεται η εικόνα για τη Δικαιοσύνη από τους πολίτες, ώστε να διαμορφώσουν την άποψή τους για τη δυσπιστία προς αυτήν».

Με αφορμή την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ο κ. Πικραμένος επισημαίνει ότι «η αυτονόμηση της Δικαιοσύνης είναι λάθος», τονίζοντας ότι «είναι λάθος οι δικαστές να επιλέγουν οι ίδιοι τους προέδρους τους». «Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αυτή η αυτονομία να δημιουργήσει έναν πόλο εξουσίας, ο οποίος θα είναι απέναντι στο Κοινοβούλιο», προσθέτει, εξηγώντας ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πρόβλημα για τη δημοκρατία, διότι «και οι δικαστές ασκούν εξουσία. Δεν είναι άγιοι, κανείς δεν είναι άγιος». Όσον αφορά την πρόταση για τη δημιουργία ενός εκλεκτορικού σώματος για την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας, ο κ. Πικραμένος την απορρίπτει, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη «λανθασμένη». «Το ζήτημα δεν είναι ποιοι θα συμμετέχουν, αλλά ποιοι είναι αυτοί που θα επιλέξουν τη δικαστική ηγεσία», αναφέρει, προσθέτοντας ότι εάν ανατεθεί αυτή η αρμοδιότητα σε ένα σώμα, «ενδέχεται να οδηγηθούμε σε αδιαφανείς συναλλαγές». Ο ίδιος απορρίπτει και την πρόταση να αναλάβει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την επιλογή της ηγεσίας, λέγοντας ότι «θα πολιτικοποιούσαμε τη Δικαιοσύνη», καθώς «η πολιτικοποίηση του ρόλου του προέδρου της Δημοκρατίας ήδη γίνεται, παρά τις περιορισμένες αρμοδιότητες που διαθέτει». Ο κ. Πικραμένος καταλήγει ότι το υφιστάμενο σύστημα, όπως έχει κρίνει το ΣτΕ, «συνδέεται με τη λαϊκή κυριαρχία» και είναι αυτό που διασφαλίζει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Από την άλλη μεριά ο Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, επισημαίνει ότι η συζήτηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης πρέπει να προσεγγιστεί με «θεσμική ψυχραιμία και ανεξαρτήτως των προσώπων που έχουν επιλεγεί». Ο ίδιος θεωρεί πως το ισχύον σύστημα πρέπει να αλλάξει «ριζικά και άμεσα». «Γνωρίζει, λ.χ., ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας τους δικαστές του ΣτΕ ή του ΑΠ, ώστε να επιλέξει τους πιο κατάλληλους για την ηγεσία;» αναρωτιέται, τονίζοντας ότι είναι «θέμα ουσίας να προσδιοριστεί ποιο είναι το κατάλληλο όργανο που γνωρίζει τα πράγματα καλύτερα και άρα μπορεί να οδηγηθεί σε καλύτερη απόφαση». Ο κ. Βλαχόπουλος σημειώνει πως «ο υπουργός Δικαιοσύνης, πράγματι, κατά τεκμήριο γνωρίζει καλύτερα εκ του αντικειμένου», ενώ τα υπόλοιπά μέλη του υπουργικού συμβουλίου «δεν είναι σε θέση να έχουν τέτοια γνώση». Αναφέρει ότι «δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι αποφάσεις του υπουργικού συμβουλίου, με εξαίρεση ελάχιστες, είναι ομόφωνες, επειδή η πλειοψηφία των μελών του υπουργικού συμβουλίου δεν έχει άποψη για το θέμα». Και προσθέτει ότι η διαδικασία είναι «αδιαφανής, αφού υπάρχει το απόρρητο των πρακτικών του υπουργικού συμβουλίου» και ότι «σε μια κορυφαία στιγμή για τη Δικαιοσύνη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, εμείς επιλέγουμε μια αδιαφανή διαδικασία».
Ο ίδιος υπογραμμίζει επίσης ότι «δεν υπάρχει αξιολόγηση των ανώτατων δικαστών». Όπως αναφέρει, «οι Αρεοπαγίτες και οι Σύμβουλοι Επικρατείας δεν αξιολογούνται», και αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. «Όλοι πρέπει να κρίνονται, πολύ δε περισσότερο οι ανώτατοι δικαστικοί που έχουν και τον τελευταίο λόγο», προσθέτει, σημειώνοντας την ανάγκη για «ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης». Αναφορικά με την κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, ο κ. Βλαχόπουλος τονίζει ότι το υπάρχον σύστημα «ενισχύει την εικόνα της εξάρτησης στα μάτια της κοινής γνώμης από την εκτελεστική εξουσία». Όπως σημειώνει, το ισχύον σύστημα δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη και καταλήγει ότι «η απάντηση είναι αρνητική» όταν ερωτάται αν το υπάρχον σύστημα ενισχύει την εμπιστοσύνη. Αντιτίθεται στη συχνή υπεράσπιση του υπάρχοντος συστήματος με την επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας. «Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί τον ένα πυλώνα του συνταγματικού συστήματος, ο άλλος είναι το κράτος δικαίου», αναφέρει και προσθέτει ότι «δεν πρέπει να υπάρχει δημοκρατική νομιμοποίηση με αυτόν τον τρόπο». Ο καθηγητής επισημαίνει πως η δημοκρατική νομιμοποίηση «διασφαλίζεται δια της έκδοσης του προεδρικού διατάγματος». Επικρίνει την ανεξέλεγκτη λειτουργία του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος και υποστηρίζει ότι το μοντέλο που έχουμε ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. «Πρέπει να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για τα θεσμικά αντίβαρα στη χώρα», δηλώνει.

Ο κ. Βλαχόπουλος θεωρεί ότι η όποια αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες. «Ο πρώτος είναι η ενίσχυση του ρόλου των δικαστών», εξηγώντας ότι αν και λέγεται ότι «αν δώσουμε εξουσίες στους δικαστές, θα ενισχυθεί ένα συντεχνιακό και ψηφοθηρικό κλίμα εντός του δικαστικού σώματος», ο ίδιος δεν πείθεται, καθώς στο ισχύον σύστημα, «αν εξαιρέσει κανείς την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τα τριμελή συμβούλια που διευθύνουν τα δικαστήρια εκλέγονται από τους ίδιους τους δικαστές». Επομένως, υποστηρίζει ότι «οι δικαστές μπορούν και είναι ικανοί να επιλέγουν τα τριμελή συμβούλια, αλλά δεν ξέρουν ποιοι είναι κατάλληλοι για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης;». Επιπλέον, ο κ. Βλαχόπουλος θεωρεί ότι οι δικηγόροι, ως «δέκτες της υπηρεσίας της Δικαιοσύνης», πρέπει να συμμετέχουν στην αξιολόγηση για την επιλογή της ηγεσίας. «Χρειαζόμαστε ένα εκλεκτορικό σώμα, το οποίο θα αποτελείται από δικαστές κατά πλειοψηφία, να συμπληρωθεί από εκπροσώπους των δικηγόρων, από καθηγητές πανεπιστημίου, και από τους προέδρους των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξαρτήτων διοικητικών αρχών». Αυτό το εκλεκτορικό σώμα, όπως λέει, «θα κινείται σε συμβουλευτικό επίπεδο και σε δεύτερο χρόνο θα αποφασίζει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ώστε να μην έχουμε έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας που απλώς επιβεβαιώνει αυτό που λέγεται διαρκώς για τον ίδιο, ότι τελεί σε καθεστώς πολιτικού συμβολαιογράφου».
Η Ευγενία Πρεβεδούρου, καθηγήτρια Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, επισημαίνει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα «απολαμβάνουν συνταγματικών εγγυήσεων προσωπικής ανεξαρτησίας, οι οποίες καθόλου δεν υστερούν σε σχέση με αυτές που παρέχονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Προσθέτει ότι στην Ελλάδα «έχουμε μια σταδιοδρομία δικαστικών λειτουργών που κρίνονται αποκλειστικά από αποφάσεις των συναδέλφων τους, χωρίς καμία συμμετοχή της εκτελεστικής εξουσίας». Η καθηγήτρια εξηγεί πως η Δικαιοσύνη αυτοδιοικείται «στο επίπεδο των μεγάλων Πρωτοδικείων και Εφετείων της χώρας, στα οποία οι ίδιοι οι δικαστές επιλέγουν τα τριμελή συμβούλια διοίκησης». Όπως τονίζει, στην εκτελεστική εξουσία απομένουν μόνο τρεις αρμοδιότητες: «η αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων, η εξουσία κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας και έφεσης κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, και η επιλογή των προεδρείων των ανώτατων δικαστηρίων».
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η επιδίωξη μιας απόλυτα ανεξάρτητης Δικαιοσύνης «είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος». Αναφέρεται στο γερμανικό Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει τον καθορισμό όχι μόνο των προεδρείων αλλά και όλων των μελών των ανώτατων ομοσπονδιακών δικαστηρίων «με τη σύμπραξη εκτελεστικής λειτουργίας και Κοινοβουλίου». Επίσης, η ίδια αναφέρει ότι «το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας χαρακτηρίζεται από στενό εναγκαλισμό με την εκτελεστική εξουσία σε πολλές εκφάνσεις του δημόσιου βίου», και σημειώνει ότι «καθηγητές ή δικηγόροι μπορούν να διοριστούν μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ανώτατοι δικαστές είναι πολλές φορές διευθυντές των πολιτικών γραφείων των υπουργών, κάτι που τους βοηθά να γνωρίζουν καλύτερα τη διοίκηση και να την επηρεάζουν αποτελεσματικότερα». Όμως, όπως επισημαίνει, «ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας».
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η απονομή της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από «τις 4 ή 5 μεγάλες και πολιτικά ευαίσθητες υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη». Αντίθετα, όπως εξηγεί, «η καθημερινή επαφή του πολίτη με τον δικαιοδοτικό μηχανισμό είναι εκείνη που εμπεδώνει την πεποίθηση ότι το δίκαιο εφαρμόζεται με συνέπεια στην Ελλάδα». Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι «οι μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων και η ενίοτε παρατηρούμενη κακή νομική ποιότητα δικαστικών αποφάσεων απονομιμοποιούν τη Δικαιοσύνη και πλήττουν καίρια το κράτος δικαίου». Πολλοί πολίτες, όπως σημειώνει, «αισθάνονται ματαίωση στις προσδοκίες τους ως προς την εφαρμογή του νόμου στην Ελλάδα». Για αυτόν τον λόγο, τονίζει ότι «το δικαστικό σώμα χρειάζεται πρόσωπα, πέρα από την προφανή ανεξαρτησία τους, με μεγάλες διοικητικές ικανότητες και δεξιότητες, που θα κατευθύνουν τη Δικαιοσύνη στην αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της». Όσον αφορά την αποδοτικότητα και την ποιότητα της Δικαιοσύνης, η κ. Πρεβεδούρου σημειώνει ότι συνεπάγεται «τη χρέωση υποθέσεων με γρήγορους ρυθμούς, την άσκηση διαρκούς πίεσης και ενδεχομένως πειθαρχικών μέτρων σε όσους δικαστικούς λειτουργούν ασθμαίνοντας στο έργο τους και δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν προσηκόντως στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα». Προβληματίζεται, όμως, για το αν «θα έχουμε, άραγε, επικεφαλής της Δικαιοσύνης πρόσωπα πρόθυμα και ικανά να αναλάβουν αυτό το δυσάρεστο φορτίο, εάν αναδεικνύονται σε μια εκλογική διαδικασία εκείνοι που χαίρουν της εκτίμησης των συναδέλφων τους και απολαμβάνουν δημοφιλίας». «Δεν είναι θεσμικά βέλτιστη επιλογή ένα κλειστό δικαστικό σύστημα, με τον δημόσιο έλεγχο να περιορίζεται μόνο στην άσκηση επιστημονικής κριτικής», εξηγεί. Η ίδια τέλος στέκεται και στις τελευταίες διορθωτικές κινήσεις του νομοθέτη, οι οποίες «έχουν περιορίσει ουσιωδώς την εξουσία της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά και τη δεξαμενή των προσώπων από τα οποία επιλέγει το υπουργικό συμβούλιο». Όπως εξηγεί, «με τη γνωμοδότηση των δικαστών, εγκλωβίζεται το υπουργικό συμβούλιο, κάτι που αναπτύσσει μια de facto δεσμευτικότητα, διότι οι συνάδελφοι γνωρίζουν το ήθος και την ποιότητα των προτεινόμενων προσώπων». Προσθέτει ότι «όταν η ψηφοφορία στα ανώτατα δικαστήρια αναδεικνύει ευρεία πλειοψηφία υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, τότε θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι πολιτικά αδύνατο, να αποκλίνει, εφόσον η επιλογή άλλου προσώπου θα ερμηνευόταν ως πολιτική παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και το προτεινόμενο πρόσωπο θα στερούνταν της νομιμοποίησης που προσδίδει η εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των συναδέλφων».

Κομβικό στοιχείο της εκδήλωσης αποτέλεσε η εισήγηση του Φοιτητικού Επιστημονικού Ομίλου Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου, που παρουσιάστηκε από τον Ανδρέα Καραγιάννη, Director του Ομίλου. Όπως τονίστηκε, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης δεν αφορά μόνο νομικούς κύκλους, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, καθώς Στο πλαίσιο της εκδήλωσης παρουσιάστηκε και η αναλυτική εισήγηση του ΦΕΟΔΔΔΝΑ, αποτέλεσμα εργασιών think tank Συνταγματικού Δικαίου.
Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά, «η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης δεν αφορά μόνο νομικούς κύκλους, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, καθώς επηρεάζει άμεσα την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη νομιμοποίηση του κράτους δικαίου». Η εισήγηση παρουσίασε διεξοδικά το ισχύον καθεστώς του άρθρου 90, τη νομολογία του ΣτΕ και τις θεωρητικές προσεγγίσεις, επισημαίνοντας την πολυπλοκότητα και την ασάφεια της διαδικασίας, αλλά και το έλλειμμα σαφούς δεσμευτικότητας των γνωμοδοτήσεων. Τονίστηκε ότι «η αναθεωρημένη διάταξη οφείλει να είναι σαφέστερη και ακριβέστερη». Ως πρόταση, ο Όμιλος εισηγήθηκε τη σύσταση Ανεξάρτητου Συμβουλίου Επιλογής Ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με μεικτή σύνθεση από ανώτατους δικαστές, συνταξιούχους δικαστικούς, πανεπιστημιακούς, εκπροσώπους δικηγόρων και της Βουλής, το οποίο θα αξιολογεί τους υποψηφίους βάσει αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων και θα εισηγείται τρεις υποψηφίους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την τελική επιλογή. Όπως επισημάνθηκε, ένα τέτοιο σύστημα «προάγει την αποπολιτικοποίηση, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των πολιτών». Τέλος, η εκδήλωση αυτή ανέδειξε την ιδιαίτερη θεσμική της σημασία, καθώς για πρώτη φορά στα χρονικά η φοιτητική κοινότητα, μέσα από επιστημονικά τεκμηριωμένες και συλλογικά επεξεργασμένες θέσεις, εισέρχεται ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο και αλληλεπιδρά ισότιμα με την ακαδημαϊκή και τη δικαστική κοινότητα. Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη και την αρωγή του Πανεπιστημίου και των καθηγητών της Σχολής, σηματοδοτεί τη δυναμική παρουσία του φοιτητικού κόσμου συνολικά, στα κρίσιμα κοινωνικοπολιτικά και θεσμικά ζητήματα της χώρας, επιβεβαιώνοντας ότι η νέα γενιά νομικών δεν παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις, αλλά συμμετέχει ενεργά, υπεύθυνα και τεκμηριωμένα στη διαμόρφωσή τους.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom