Το ρήμα «ξελαγαρίζω» δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά στην καθομιλουμένη.
«Ξελαγαρίζω»
Το ρήμα «ξελαγαρίζω» σημαίνει ότι κάνω κάτι λαγαρό, δηλαδή καθαρό σαν το νερό. Επομένως σημαίνει γίνομαι καθαρός, αποκτώ διαύγεια.
Συνώνυμη λέξη: Ξεκαθαρίζω.
Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Πότε πληρώνονται ο τελευταίος μισθός και η αποζημίωση άδειας
Ανοιχτή επιστολή προς τον ανώνυμο βαθμολογητή των Πανελλαδικών Εξετάσεων...