Η λέξη «βαυκαλίζω» δεν ακούγεται συχνά, αλλά ίσως και να γνωρίζετε τι σημαίνει.
«Βαυκαλίζω»
Το «βαυκαλίζω» το λέμε όταν κάποιος εξαπατά ή καθησυχάζει κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες.
Π.χ. Μη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.
Συνώνυμα: παραμυθιάζω.
Σχολικές εκδρομές: Ο καθηγητής μπορεί να πάρει το κινητό από τα χέρια του μαθητή και να το κλείσει
Αρχαιολογικό μυστήριο στο Φάληρο: 79 άνδρες βρέθηκαν αλυσοδεμένοι και στοιχισμένοι σε μαζικό τάφο