Η λέξη «βαυκαλίζω» δεν ακούγεται συχνά, αλλά ίσως και να γνωρίζετε τι σημαίνει.
«Βαυκαλίζω»
Το «βαυκαλίζω» το λέμε όταν κάποιος εξαπατά ή καθησυχάζει κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες.
Π.χ. Μη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.
Συνώνυμα: παραμυθιάζω.
Η μόδα αλλάζει: 10 παλιά ονόματα που επιστρέφουν
Γεράσιμος Σιάσος στο alfavita: «Δεν θα υπήρχε χώρα αν δεν υπήρχε Πανεπιστήμιο Αθηνών»