Η λέξη «βαυκαλίζω» δεν ακούγεται συχνά, αλλά ίσως και να γνωρίζετε τι σημαίνει.
«Βαυκαλίζω»
Το «βαυκαλίζω» το λέμε όταν κάποιος εξαπατά ή καθησυχάζει κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες.
Π.χ. Μη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.
Συνώνυμα: παραμυθιάζω.
Νέο πρόγραμμα ΔΥΠΑ: 8.000 επιδοτούμενες θέσεις εργασίας για ανέργους ηλικίας άνω των 55 ετών