Η λέξη «βαυκαλίζω» δεν ακούγεται συχνά, αλλά ίσως και να γνωρίζετε τι σημαίνει.
«Βαυκαλίζω»
Το «βαυκαλίζω» το λέμε όταν κάποιος εξαπατά ή καθησυχάζει κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες.
Π.χ. Μη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.
Συνώνυμα: παραμυθιάζω.
Βάσεις Εισαγωγής 2026: Οι 20 σχολές με τα περισσότερα μόρια που τρυπάνε το ταβάνι
Η «πιο δυσάρεστη» λέξη της αγγλικής γλώσσας έχει ελληνική προέλευση