εκπωματίζω < μεσαιωνική ελληνική εκπωματίζω < εκ + πώμα < αρχαία ελληνική πῶμα
εκπωματίζω [ekpomatízo] -ομαι : (λόγ.) αφαιρώ από φιάλη, αγγείο κτλ. το πώμα· ανοίγω, ξεταπώνω.
εκπωματίζω = αφαιρώ το πώμα
Συνώνυμα
ανοίγω
ξεπατώνω
Αντώνυμα
πωματίζω
κλείνω
σφραγίζω
Συγγενικά
εκπωμάτιση
εκπωματιστήρας (σπειροειδές εργαλείο σαν τρυπάνι που μπήγεται στα πώματα από φελλό και βοηθά στον αποπωματισμό, το τιρμπουσόν).
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τέλος τα παλιά διπλώματα: Τι αλλάζει για όλους τους οδηγούς
Διορισμοί εκπαιδευτικών 2026: Το ΦΕΚ με τα νέα πτυχία που «ξεκλειδώνουν» 10.000 μόνιμες θέσεις
Alfavita Newsroom