εκπωματίζω < μεσαιωνική ελληνική εκπωματίζω < εκ + πώμα < αρχαία ελληνική πῶμα
εκπωματίζω [ekpomatízo] -ομαι : (λόγ.) αφαιρώ από φιάλη, αγγείο κτλ. το πώμα· ανοίγω, ξεταπώνω.
εκπωματίζω = αφαιρώ το πώμα
ανοίγω
ξεπατώνω
πωματίζω
κλείνω
σφραγίζω
εκπωμάτιση
εκπωματιστήρας (σπειροειδές εργαλείο σαν τρυπάνι που μπήγεται στα πώματα από φελλό και βοηθά στον αποπωματισμό, το τιρμπουσόν).