εκπωματίζω < μεσαιωνική ελληνική εκπωματίζω < εκ + πώμα < αρχαία ελληνική πῶμα
εκπωματίζω [ekpomatízo] -ομαι : (λόγ.) αφαιρώ από φιάλη, αγγείο κτλ. το πώμα· ανοίγω, ξεταπώνω.
εκπωματίζω = αφαιρώ το πώμα
Συνώνυμα
ανοίγω
ξεπατώνω
Αντώνυμα
πωματίζω
κλείνω
σφραγίζω
Συγγενικά
εκπωμάτιση
εκπωματιστήρας (σπειροειδές εργαλείο σαν τρυπάνι που μπήγεται στα πώματα από φελλό και βοηθά στον αποπωματισμό, το τιρμπουσόν).
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Σκηνές έντασης στη Βουλή μπροστά σε μαθητές: «Μάσα», «γυμνοσάλιαγκας», «τσαμπατζού»
Έκτακτο επίδομα 200 ευρώ για το Πάσχα – Μέχρι πότε οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom