εκπωματίζω < μεσαιωνική ελληνική εκπωματίζω < εκ + πώμα < αρχαία ελληνική πῶμα
εκπωματίζω [ekpomatízo] -ομαι : (λόγ.) αφαιρώ από φιάλη, αγγείο κτλ. το πώμα· ανοίγω, ξεταπώνω.
εκπωματίζω = αφαιρώ το πώμα
Συνώνυμα
ανοίγω
ξεπατώνω
Αντώνυμα
πωματίζω
κλείνω
σφραγίζω
Συγγενικά
εκπωμάτιση
εκπωματιστήρας (σπειροειδές εργαλείο σαν τρυπάνι που μπήγεται στα πώματα από φελλό και βοηθά στον αποπωματισμό, το τιρμπουσόν).
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Καταγγελία για αδιανόητες απειλές σε βάρος αναπληρωτή εκπαιδευτικού από άλλον εκπαιδευτικό
Ηλεκτρική κουβέρτα: Το μεγάλο λάθος που κάνουμε όλοι στο κρεβάτι
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom