Στη συζήτησή του με τον αρθρογράφο των New York Times Thomas Friedman, στο Athens Democracy Forum, ο πρώην υπουργός Παιδείας και νυν υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης έθεσε το εξής ερώτημα: «πώς σχεδιάζεις ένα εκπαιδευτικό σύστημα για έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη;». Μίλησε για παιδιά που πιθανότατα θα ακολουθήσουν περισσότερες επαγγελματικές διαδρομές στη ζωή τους, θα χρειαστεί να επανεκπαιδευτούν πολλές φορές και γι' αυτό πρέπει να αποκτήσουν λογική και αλγοριθμική σκέψη, φαντασία, επικοινωνία και ικανότητα συνεργασίας.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, αρκετές από αυτές τις διαπιστώσεις δύσκολα αμφισβητούνται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ήδη την εργασία και το σχολείο δεν μπορεί να εκπαιδεύει τα παιδιά σαν να πρόκειται να ζήσουν στον κόσμο του χθες.
Θέλουμε όμως ένα σχολείο που θα προσαρμόζει τα παιδιά σε έναν κόσμο που διαμορφώνουν άλλοι ή ένα σχολείο που θα τα προετοιμάζει να συμμετέχουν και τα ίδια στη διαμόρφωσή του;
Η λέξη «προσαρμογή» δεν εμφανίζεται ούτε τυχαία ούτε για πρώτη φορά στον κυβερνητικό λόγο για την εκπαίδευση. Λίγους μήνες νωρίτερα, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη χαρακτήριζε την εκπαίδευση «διαρκή διαδρομή μάθησης και προσαρμογής».
Η προσαρμοστικότητα είναι χρήσιμη, δεν μπορεί όμως να αποτελεί τον βασικό σκοπό της παιδείας. Γιατί η κοινωνία του αύριο δεν είναι κάτι που απλώς θα μας συμβεί. Το πώς θα χρησιμοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη, πώς θα οργανωθεί η εργασία, πώς θα μοιραστούν τα οφέλη της τεχνολογίας (σε όλους ή σε λίγους) και ποια δικαιώματα θα υπάρχουν αποτελούν ανθρώπινες επιλογές.
Οι αποφάσεις θα ληφθούν και ο στόχος ενός εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι οι αυριανοί πολίτες να μπορούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους και όχι απλώς να εκπαιδεύονται για να προσαρμόζονται στις συνέπειές τους.
Η συζήτηση για τις «δεξιότητες του μέλλοντος» δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποτίμηση της συστηματικής γνώσης. Γιατί η γνώση είναι το υπόβαθρο που μας επιτρέπει να κατανοούμε τις νέες πληροφορίες, να ελέγχουμε τους κάθε λογής ισχυρισμούς και να σχηματίζουμε τεκμηριωμένη άποψη. Χωρίς ιστορική γνώση δύσκολα καταλαβαίνουμε πώς και γιατί αλλάζουν οι κοινωνίες. Χωρίς οικονομικές γνώσεις δύσκολα κρίνουμε ποιος ωφελείται και ποιος επιβαρύνεται από μια απόφαση. Χωρίς επιστημονική και στατιστική παιδεία δύσκολα ξεχωρίζουμε το τεκμήριο από τον ισχυρισμό.
Η γνώση επομένως, δεν μας βοηθά μόνο να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Μας επιτρέπει και να βλέπουμε ότι πίσω από πολλές εξελίξεις που παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, στη λογική του "There Is No Alternative" (TINA), υπάρχουν στην πραγματικότητα επιλογές και εναλλακτικές αποφάσεις, συμφέροντα και εναλλακτικές δυνατότητες.
Εκεί βρίσκεται και η σχέση της γνώσης με τη δημοκρατία. Ένας πολίτης που μπορεί να κατανοήσει ένα ζήτημα μπορεί και να ρωτήσει: Ποιος αποφασίζει; Με ποια στοιχεία; Ποιος ωφελείται; Ποιος επιβαρύνεται; Υπήρχε άλλη επιλογή;
Και αυτό είναι ζήτημα ισότητας, γιατί ό,τι δεν προσφέρει το δημόσιο σχολείο δεν έχουν όλα τα παιδιά τη δυνατότητα να το βρουν αλλού. Αν η ουσιαστική γνώση είναι προνόμιο όσων μπορούν να την αποκτήσουν εκτός σχολείου, γίνεται άνιση και η δυνατότητα να συμμετέχουν ενημερωμένα στις αποφάσεις που τα αφορούν.
Η γνώση όμως δεν αρκεί. Το σχολείο πρέπει να μαθαίνει στον μαθητή να τη χρησιμοποιεί, να ελέγχει πηγές, να συγκρίνει ερμηνείες, να ζητά στοιχεία και να μπορεί να αλλάζει γνώμη όταν τα δεδομένα το απαιτούν. Ο εκπαιδευτικός δίνει το γνωστικό υπόβαθρο, θέτει τα κατάλληλα ερωτήματα, βοηθά τον μαθητή να ξεχωρίζει αξιόπιστες από αναξιόπιστες πηγές και να οργανώνει τη σκέψη του.
Το μάθημα έτσι δεν σταματά στο «ποια είναι η σωστή απάντηση;». Προχωρά στο «πώς το ξέρουμε;», «ποια στοιχεία έχουμε;», «υπάρχει άλλη εξήγηση;», «τι θα μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη;».
Αλλά για να γίνει ο μαθητής πραγματικά ενεργός, δεν αρκεί μόνο να σκέφτεται και να ερευνά. Χρειάζεται σταδιακά να αποκτά χώρο για επιλογή, πρωτοβουλία και ευθύνη. Ο μαθητής γίνεται ενεργός όχι όταν ο εκπαιδευτικός αποσύρεται, αλλά όταν παύει να αποφασίζει τα πάντα για λογαριασμό του.
Αν θέλουμε αυριανούς πολίτες που πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάζουν τα πράγματα, πρέπει να αποκτούν τέτοιες εμπειρίες ήδη στο σχολείο.
Αυτό σημαίνει μαθητικές κοινότητες με πραγματικό λόγο, διάλογο ακόμη και πάνω σε δύσκολα ή αμφιλεγόμενα ζητήματα και συμμετοχή των μαθητών σε αποφάσεις που πράγματι αφορούν τη σχολική ζωή.
Όχι για να λέει το σχολείο στους μαθητές τι να πιστεύουν. Ακριβώς το αντίθετο: για να μαθαίνουν να ακούν, να επιχειρηματολογούν, να διαφωνούν με σεβασμό, να συνεργάζονται και να αναθεωρούν όταν χρειάζεται.
Η δημοκρατία δεν μαθαίνεται μόνο από ένα ή δυο κεφάλαια στο βιβλίο. Μαθαίνεται κυρίως όταν ο μαθητής διαπιστώνει στην πράξη ότι η άποψή του έχει αξία, αλλά ταυτόχρονα ότι πρέπει να μπορεί να την τεκμηριώσει, να ακούσει τον άλλον και να αναλάβει την ευθύνη της επιλογής του.
Ένα άλλα βήμα πρέπει να είναι η σχολική γνώση να συναντά πραγματικά προβλήματα. Όταν πχ μια τάξη διερευνά την προσβασιμότητα της γειτονιάς, την ενεργειακή κατανάλωση του σχολείου, το πράσινο της περιοχής ή τη χρήση των κοινωνικών δικτύων. Συλλέγει στοιχεία, ακούει διαφορετικές πλευρές και διαμορφώνει προτάσεις για να τις παρουσιάσει στους αρμόδιους.
Όχι για να κάνει ακτιβισμό αντί για μάθημα, αλλά για να μάθει πώς η γνώση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατανόηση και την αντιμετώπιση ενός πραγματικού προβλήματος.
Και η διαδικασία δεν τελειώνει με τη δράση. Η τάξη επιστρέφει και ρωτά: Τι μάθαμε; Πού κάναμε λάθος; Ποια άποψη δεν ακούσαμε; Τι άλλαξε; Γιατί κάποια πράγματα δεν άλλαξαν; Τι θα κάναμε διαφορετικά;
Και ίσως εκεί βρίσκεται μια διαφορετική απάντηση στο αρχικό ερώτημα του Κυριάκου Πιερρακάκη.
Για έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη, ασφαλώς χρειαζόμαστε παιδιά ικανά να μαθαίνουν ξανά, να συνεργάζονται και να αντιμετωπίζουν τις αλλαγές. Δεν αρκεί όμως αυτό.
Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που θα τους δίνει γνώση για να κατανοούν τις επιλογές, κριτική σκέψη για να τις αξιολογούν, αυτονομία για να διαμορφώνουν θέση, δημοκρατική εμπειρία για να συμμετέχουν και πραγματικές ευκαιρίες δράσης για να διαπιστώνουν ότι μπορούν να επηρεάζουν όσα συμβαίνουν γύρω τους.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο πώς τα παιδιά μας θα είναι έτοιμα για το μέλλον, αλλά αν θα μπουν σε αυτό ως παθητικοί αποδέκτες ενός κόσμου που άλλοι σχεδίασαν ή ως μορφωμένοι και, κυρίως, δημοκρατικοί πολίτες, ικανοί να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του με απόλυτο σεβασμό στον άλλον. Έναν σεβασμό που πρέπει να έχουν βιώσει τόσο μέσα στο σχολείο όσο και σε μια κοινωνία που οφείλει να τους δίνει δημοκρατικά παραδείγματα. Και εδώ η σημερινή πολιτική πραγματικότητα, με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, δυστυχώς λειτουργεί ως αντιπαράδειγμα: όταν ο διάλογος απουσιάζει, η λογοδοσία εξαφανίζεται και η συμμετοχή των πολιτών περιορίζεται σε συμβολικά επίπεδα, το μήνυμα που φτάνει στα παιδιά είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα οφείλαμε να τους διδάξουμε στο σχολείο.