Οι καταθέσεις μετρητών σε τραπεζικούς λογαριασμούς μπορούν να βρεθούν στο επίκεντρο φορολογικού ελέγχου, όταν δεν προκύπτει με σαφήνεια η προέλευσή τους ή δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα και άλλα νόμιμα έσοδα.
Αυτό προκύπτει από πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία εξέτασε υπόθεση φορολογούμενου που κλήθηκε να καταβάλει πρόσθετους φόρους και πρόστιμα έπειτα από έλεγχο των τραπεζικών του κινήσεων.
Στο πλαίσιο του ελέγχου, εντοπίστηκαν επανειλημμένες καταθέσεις μετρητών στους λογαριασμούς του, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως «πρωτογενείς καταθέσεις», καθώς δεν αποδείχθηκε ότι προέρχονταν από προηγούμενες αναλήψεις ή άλλη επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή χρηματοδότησης.
Τι υποστήριξε ο φορολογούμενος
Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα προέρχονταν από κεφάλαια που είχε αποταμιεύσει τα προηγούμενα χρόνια και διατηρούσε εκτός τραπεζικού συστήματος.
Ωστόσο, οι φορολογικές αρχές δεν περιορίστηκαν μόνο στην εξέταση των δηλωθέντων εισοδημάτων του. Αξιολόγησαν παράλληλα τις συνολικές δαπάνες, τις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά και τα ποσά που διατηρούσε ήδη στους τραπεζικούς του λογαριασμούς.
Από την αξιολόγηση των στοιχείων κρίθηκε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο που να δικαιολογεί τις συγκεκριμένες καταθέσεις μετρητών, με αποτέλεσμα να μη γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του.
Τι εξετάζει η Εφορία
Η συγκεκριμένη υπόθεση υπενθυμίζει ότι η απλή αναφορά πως τα χρήματα φυλάσσονταν στο σπίτι ή εκτός τραπεζών δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μια κατάθεση σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου.
Οι φορολογούμενοι οφείλουν να μπορούν να αποδείξουν την προέλευση των χρημάτων, καθώς και ότι αυτά προέρχονται από εισοδήματα που έχουν ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσονται νόμιμα από τη φορολογία.
Παράλληλα, η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαγορεύει την ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό και την επανακατάθεσή τους σε μεταγενέστερο χρόνο. Εκείνο που εξετάζεται είναι αν μπορεί να τεκμηριωθεί η διαδρομή των χρημάτων και αν στο μεταξύ τα συγκεκριμένα ποσά δεν χρησιμοποιήθηκαν για άλλες δαπάνες ή για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων.