Ανακατατάξεις στην κορυφή του Λευκού Οίκου φέρνει η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αντικαταστήσει την προσωπάρχη του, Σούζι Γουάιλς, με τον Στίβεν Μίλερ, έναν από τους στενότερους και πιο πιστούς συνεργάτες του. Ο 41χρονος σύμβουλος, που έχει συνδεθεί με τη διαμόρφωση της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης, αναλαμβάνει μία από τις ισχυρότερες θέσεις στην αμερικανική προεδρία, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών πιέσεων.
Η αλλαγή έρχεται λίγα εικοσιτετράωρα μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, με τους Δημοκρατικούς να αποκτούν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Το εκλογικό αποτέλεσμα άσκησε πίεση στον Τραμπ για αλλαγές στο επιτελείο του, παρά το γεγονός ότι πριν από τις κάλπες είχε απορρίψει τα σενάρια αποχώρησης της Γουάιλς.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια υπέβαλε την παραίτησή της το βράδυ της Πέμπτης. Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να της άσκησε έντονη κριτική, καθώς θεωρούσε ότι δεν είχε την υποστήριξη που χρειαζόταν ενόψει των εκλογών. Δημοσιεύματα αναφέρουν επίσης ότι τον ενόχλησαν οι πληροφορίες για πρόσωπα από τον κύκλο της που φέρονται να εξασφάλιζαν επικερδείς συμβουλευτικές θέσεις μέσω των διασυνδέσεών τους με τον ίδιο.
Ποιος είναι ο Στίβεν Μίλερ
Ο Στίβεν Μίλερ θεωρείται ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της αντιμεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ και των μαζικών απελάσεων. Συνδέθηκε επίσης με τις απαγορεύσεις εισόδου στις ΗΠΑ για πολίτες μουσουλμανικών χωρών, μέτρα που είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και δικαστικές προσφυγές.
Είχε αναλάβει συμβουλευτικό ρόλο και κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, αποτελώντας ένα από τα ελάχιστα ανώτερα στελέχη που παρέμειναν στο πλευρό του σε όλη τη διάρκειά της. Η αφοσίωσή του στον πρόεδρο παρέμεινε σταθερή ακόμη και μετά την ήττα του στις εκλογές του 2020.
Η επιρροή του δεν περιορίζεται στο μεταναστευτικό. Έχει υποστηρίξει μια ιδιαίτερα επιθετική προσέγγιση στην άσκηση της αμερικανικής ισχύος, ενώ έχει συνδεθεί και με τις επιχειρήσεις της κυβέρνησης στη Βενεζουέλα και τις ενέργειες κατά ύποπτων δικτύων διακίνησης ναρκωτικών στην Καραϊβική και τον ανατολικό Ειρηνικό.
Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, τον Μάιο του 2025 είχε ζητήσει από την υπηρεσία μετανάστευσης ICE να εντείνει τις επιχειρήσεις της, καθώς οι ημερήσιες απελάσεις υπολείπονταν των αντίστοιχων αριθμών της προηγούμενης χρονιάς. Η πολιτική αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων αντιδράσεων, ιδιαίτερα μετά τις επιχειρήσεις στο Λος Άντζελες και τις συγκρούσεις που ακολούθησαν.
Τι σηματοδοτεί η αναβάθμισή του
Η επιλογή του Μίλερ ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι ο Τραμπ δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη σκληρή γραμμή του στο μεταναστευτικό και επιθυμεί να προωθήσει με μεγαλύτερη ένταση την πολιτική του ατζέντα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση του απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, ο Μίλερ φέρεται να υποστήριξε ότι ο Τραμπ πρέπει να τερματίσει τη σύγκρουση, εκτιμώντας ότι έχει πολιτικό κόστος και ότι ο πρόεδρος χρειάζεται να επιστρέψει σε θέματα που συσπειρώνουν τη βάση του κινήματος MAGA.
Η τοποθέτησή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της νέας σύνθεσης του Κογκρέσου. Ο Μίλερ τάσσεται υπέρ μιας διευρυμένης εκτελεστικής εξουσίας και μιας πιο συγκρουσιακής στάσης απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους. Η παρουσία του στο τιμόνι του Λευκού Οίκου προμηνύει, επομένως, δύσκολες σχέσεις με τους Δημοκρατικούς, αλλά και με Ρεπουμπλικανούς που διαφωνούν με τις επιλογές του.
Ο ίδιος δήλωσε ότι αισθάνεται «τιμή που δεν περιγράφεται με λόγια» για την επιλογή του από τον Τραμπ, γράφοντας στην πλατφόρμα Χ ότι αποστολή του είναι να στηρίξει τον πρόεδρο και να υπερασπιστεί τη δημοκρατία.
Το πρώτο μεγάλο τεστ για τον νέο προσωπάρχη
Η θέση του προσωπάρχη του Λευκού Οίκου θεωρείται κομβική, καθώς ο κάτοχός της ελέγχει σε μεγάλο βαθμό την πρόσβαση στον πρόεδρο, διαμορφώνει την καθημερινή ατζέντα και αναλαμβάνει τις βασικές πολιτικές διαπραγματεύσεις.
Το πρώτο μεγάλο στοίχημα για τον Μίλερ, σύμφωνα με δημοσιεύματα, θα είναι να ανταποκριθεί στην απαίτηση του Τραμπ να κινηθούν διαδικασίες σε βάρος προσώπων που ο ίδιος θεωρεί πολιτικούς του εχθρούς.
Στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας του προέδρου προς τη Γουάιλς φέρεται να βρισκόταν και η στάση της απέναντι σε υποθέσεις διαρροής διαβαθμισμένων πληροφοριών. Ο Τραμπ θεωρούσε ότι δεν έγιναν αρκετά για τον εντοπισμό όσων ευθύνονταν για τις διαρροές, αλλά και για την ποινική αντιμετώπιση όσων δημοσιογράφων δημοσίευσαν σχετικό υλικό.
Με τους Δημοκρατικούς πλέον να ελέγχουν το Κογκρέσο, ο νέος προσωπάρχης καλείται να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον. Η επιλογή του δείχνει ότι ο Τραμπ επενδύει σε έναν στενό συνεργάτη που γνωρίζει καλά την ατζέντα του και δεν διστάζει να ακολουθήσει μια συγκρουσιακή στρατηγική.