Ευρείας κλίμακας ευρωπαϊκή επιχείρηση βρίσκεται σε εξέλιξη για τη διερεύνηση υπόθεσης φερόμενης απάτης που ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ, με επίκεντρο υπηρεσίες που παρέχονταν σε πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ. Η συντονισμένη δράση, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την εποπτεία της Eurojust και σε στενή συνεργασία με την Υπηρεσία Υποστήριξης και Προμηθειών του ΝΑΤΟ (NSPA), οδήγησε σε σειρά ερευνών και στην πραγματοποίηση πέντε συλλήψεων σε τρεις διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται συγκεκριμένη εταιρεία και οι υπεργολάβοι της, οι οποίοι φέρονται να υπέβαλλαν παραποιημένα και απατηλά τιμολόγια για υπηρεσίες λιμενικής υποστήριξης (husbandry services) κατά τον ελλιμενισμό στρατιωτικών πλοίων σε λιμάνια της βορειοδυτικής Ευρώπης. Οι ύποπτες αυτές χρεώσεις, οι οποίες αφορούσαν την εξυπηρέτηση των σκαφών και των πληρωμάτων τους από την ξηρά, εντοπίστηκαν από την ίδια την NSPA, η οποία διαπίστωσε σημαντικές οικονομικές απώλειες για τα κράτη-μέλη του Οργανισμού.
Πέραν των πλαστών τιμολογίων, η υπόθεση περιλαμβάνει και σοβαρές καταγγελίες για δωροδοκίες ξένων δημόσιων αξιωματούχων. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Αρχών, οι εμπλεκόμενοι φέρεται να δωροδοκούσαν μέσω μεσάζοντα πρόσωπα-κλειδιά, με απώτερο στόχο την εξασφάλιση ευνοϊκής μεταχείρισης και προνομιακής υποστήριξης στις συμβατικές σχέσεις της εταιρείας με τη στρατιωτική υπηρεσία του ΝΑΤΟ.
Η εξάρθρωση του κυκλώματος κατέστη δυνατή έπειτα από μακρά διασυνοριακή έρευνα που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2025, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους συγκροτήθηκε κοινή ομάδα έρευνας (Joint Investigation Team – JIT) με τη συνδρομή της Eurojust. Η δομή αυτή επέτρεψε την απρόσκοπτη ανταλλαγή πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των δικαστικών και αστυνομικών αρχών των χωρών που συμμετείχαν στην υπόθεση.
Η συντονισμένη επιχείρηση εκτυλίχθηκε ταυτόχρονα σε τρία κράτη, με τη Νορβηγία να αποτελεί το επίκεντρο των συλλήψεων, όπου συνελήφθησαν πέντε άτομα και πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κατοικίες και επιχειρήσεις. Παράλληλα, ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις κινητοποιήθηκαν στη Ρουμανία, με εφόδους σε εταιρικές εγκαταστάσεις και σπίτια, καθώς και στη Γερμανία, όπου κατόπιν Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας ελέγχθηκαν επιχειρήσεις και κατοικίες στο Αμβούργο.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν κομβικοί εθνικοί φορείς, όπως η Εθνική Διεύθυνση Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ρουμανίας (DNA), η νορβηγική Økokrim, καθώς και οι αρμόδιες διωκτικές αρχές της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι έρευνες συνεχίζονται προκειμένου να αποκαλυφθεί το πλήρες εύρος της οικονομικής ζημίας, να χαρτογραφηθεί η διαδρομή του μαύρου χρήματος και να εντοπιστούν τυχόν επιπλέον εμπλεκόμενοι στο δίκτυο της διαφθοράς.